ΣΤΑ
ΟΡΕΙΝΑ Ο ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
Κυνηγητό
με τα σύννεφα·
γύρω, πολύχρωμος ο κάμπος·
απ' άκρη σ' άκρη·
κι ο χρόνος. τα όριά του, να στενεύει. Η
κόπωση των αρπακτικών, πάντα, αργεί ν'
αρχίσει και οι φιδωτοί οι δρόμοι,
φτιάχνουν έναν λαβύρινθο καινούριο. Κι
από μια ανταπόκριση, μέχρι το τέλος,
μέχρι το φως, το κόστος μεγαλώνει - όσο
παλιώνουνε οι δρόμοι, όσο οι δεκαετίες
χάνονται κι όσο νερό δεν έχουν τα πηγάδια,
μέτρα των βουνών, είναι οι βράχοι. Πλήρης
δε, η εγκατάλειψη - κι όσα από τα κτίρια
σε δράση, ίδια - κατά τα άλλα, οι κρατούν
στα χέρια την παράδοση, ως άλλη μια
μαγκούρα·
φόβος και τρόπος των καλών, φόβος και
τρόμος των μικρών των ζώων - ω! γλυκιά
παλιά πατρίδα- από πόλη σε χωριό κι από
χωριό σε πόλη, μέχρι μια κάποια λίμνη,
μέχρι μια κάποια θάλασσα. Και μέσα σ'
όλα κι ένας ήλιος·
κι ο βιολογικός καθαρισμός, παντού.
Παντού και πάντα, σαν τα στρατόπεδα, που
αλλάζουν πρόσωπα και θέσεις, κατά το
πως συμφέρει, αναλόγως το πως σκέφτεται
και πως μπορεί και σκέφτεται, εκείνο το
μικρό το χαμομήλι, κανείς δεν θα το μάθει
- γνωστός όμως εκείνος ο ρυθμός, όπου
ακούγεται απ' τα μεγάλα τα βουνά, μοιάζει
με κεραυνός, μοιάζει με φάρος στην στεριά
- το σπίτι της κυρίας όμως, μοιάζει με
καθεδρικό Ναό (παντού καντήλια και
σταυροί·
τα δέντρα του κυπαρίσσια) και συγκάτοικος,
μία μελαγχολία και συγκάτοικος ένας
μοντέρνος νεαρός·
κανείς στην γειτονιά, γιαυτό, δεν μίλησε
ποτέ και δεν μιλά ακόμη·
τι η κατάρα του μεγάλου Φαραώ, να πιάνει
συνεχίζει. Συνεχίζει·
και συνεχίζει·
όσο για την δόξα, αυτή ήταν για όλους
(θεωρητικά), μα την τρυγούσαν οι μισοί.
Άρκευθοι και αρτεσιανά, γύρω απ' τις
πλαγιές· και δυο χωριά, χωρίζουν τους
χωριάτες τους, στα δύο· δυο χωριά, δυο
πόλεις, δυο κράτη, δυο κόσμοι και πάνω
απ' όλα δυο παιδιά, δυο παιδιά, που
ξεκινούν να φτιάχνουνε μαζί, έναν
καινούριο κόσμο· κάπου εκεί· κάπου στα
ορεινά.
AΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΓΡΑΜΜΑ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου