Δημοφιλείς αναρτήσεις

Πέμπτη 22 Μαΐου 2014

ΛΟΓΙΑ ΣΚΙΑΣ ΕΜΠΡΟΣ ΣΤΗΝ ΘΑΛΑΣΣΑ

ΛΟΓΙΑ ΣΚΙΑΣ ΕΜΠΡΟΣ ΣΤΗΝ ΘΑΛΑΣΣΑ
Κι ας μην την έβλεπε κανείς· η θάλασσα ήταν εκεί· και οι καρέκλες απ' το μπαρ, φτάνανε ως την άκρη της. Καθόμουνα στην τελευταία. Και προσπαθούσα να ολοκληρώσω κάποιες σκέψεις, ενώ πέντε - δέκα όμορφα κορίτσια, το είχαν ρίξει στο παιχνίδι, αποτελώντας μία έκπληξη ή μια παρέα, στην διαρκή, στην βαρετή μου σκέψη - ποτέ δεν είχα μέχρι τότε δει, τόσα πολλά κορίτσια όμορφα μαζί (είναι προφανές, ότι δεν πήγαινα, όταν γινότανε, στα καλλιστεία )· πειρασμός και τιμωρία όλα αυτά· γιατί η σκέψη κι η γραφή, ζητά να ειν' αντικειμενική μια ηρεμία. Αυτό, ίσως κάποιοι παλιοί, δεν το αντέξανε καθόλου· και ταξίδεψαν· και εξερεύνησαν και φτιάξαν αποικίες - αποίκησαν όλη την Μεσόγειο, αποίκησαν τον κόσμο όλο· έτσι βρέθηκα εκεί ν' απολογούμαι για την Μασσαλία, για την Καρχηδόνα, για τ' Αγκριτζέντο και για το τραγικό της Σμύρνης το λιμάνι. Στην ουσία, έφτασα να απολογούμαι, γιατί κανείς μου πρόγονος δεν αρκέστηκε στην τοπική την αγορά, στην τοπική την ομορφιά. Πως όμως να μιλήσεις λογικά, όταν οι γλάροι από πάνω μου πετάνε; Και αν μιλήσεις, άραγε, θα βρεθεί κανείς να σε ακούσει; Η δόξα, με, με τον χρόνο, αποκτά κάποια επιβεβαίωση - όποιος δεν το κατάλαβε εγκαίρως, έχασε και την προκαταβολή, που είχε λάβει. Σκεπτόμενος και ανήσυχων, άκουγα μια νοητή, μια άυλη Θεία Λειτουργία, ενώ οι γλάροι πέταγαν ψηλά στον ουρανό, ενώ είχε σηκώσει κύμα, ενώ τα όμορφα κορίτσια, συνέχιζαν να παίζουν: τόπι, κουτσό και λάστιχο. Όλα αυτά, θυμάμαι, ότι υπήρξανε για μένα σωτηρία, υπήρξαν έμπνευση, όπως κι όλες εκείνες οι ημέρες, κοντά στην θάλασσα. Τόσο απλή ήταν λοιπόν τότε η τέχνη - ύστερα, επιπλέον , είχα αρχίσει ν' αναπτύσσω μία άμυνα, εις τους αποκαλούμενους αγωνιστές· σ' αυτούς, που ξέραν τα αποτελέσματα, πριν οι αγώνες λήξουν (είχε δημιουργηθεί, θυμάμαι, μια γενιά, που αρεσκόταν \ε μονάχα στο να στήνει). Μα τόση σιγουριά πια; Έπρεπε τελικά να σκέφτομαι, παράλογα, μήπως και καταλάβω κάτι - έβλεπα πέτρα και την βάπτιζα βαμβάκι· έβλεπα αυτοκίνητο και το βάπτιζα αεροπλάνο· κάπως έτσι, τα πάντα απογειωνόντουσαν μεσ' στο μυαλό μου· κάπως έτσι γινόταν η αναπνοή μου ήρεμη - άκουγα δε, πως κάπου πάνω στον πλανήτη, σε κάποια άλλη πολιτεία ίσως, γινότανε ακόμη μάχες φοβερές, με τις αντιμαχόμενες πλευρές, τελείως μπερδεμένες και ταυτοχρόνως εντελώς ασύνδετες - μεγάλο κι ένδοξο εμπρός μου το πεδίο δράσης και οι εικόνες, που ήταν έτοιμες για σύνθεση, να 'ναι αμέτρητες· όπως ακριβώς τότε το ήθελα - όταν κουραζόμουν, κάποια από τα όμορφα κορίτσια, να παίζουν σταματούσαν, ερχόντουσαν κοντά μου και μου φέρνανε καφέ κι άγιο κρύο νερό· και ύστερα καθόντουσαν κι ακούγανε τις ιστορίες· ναι, οι διηγήσεις, απ' τα όμορφά μου παραμύθια, συνέπαιρναν τους πάντες, μπαίνοντας συνεχώς το ένα μεσ' στο άλλο· τεχνική ολότελα δική μου, τεχνική, που έμεινε άγνωστη εις το ευρύ κοινό - έμενα για αιώνες, μακριά, απ' τα μεγάλα κέντρα τα αστικά, μιας και υπήρξα κληρονόμος θαλασσών, βουνών και άλλων άγονων εκτάσεων· μου πήρε για να το αποδεχτώ χρόνο πολύ (μάλλον μέσα μου, δεν το αποδέχτηκα ποτέ) - ήτανε όμως όμορφα· και η φύση ήτανε έστω για μια φορά, συνεργός απρόσμενος, βοηθός, από το πουθενά· ήταν αυτή, που μου κρατούσε το μολύβι, όταν στον κόσμο πια υπήρχα σαν σκιά.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ : ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΓΡΑΜΜΑ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου