Έβλεπε πιο καλά τον εαυτό της στο σκοτάδι. Υπήρξε τιμωρός η μέρα για
εκείνη. Η μέρα και η μοίρα. Κι ύστερα να με ρωτάει συνεχώς: «Πού είσαι;
Υπάρχεις;»· δεν ξέρω ποιος άτιμος, με έκανε αόρατο, μα έκανε καλή δουλειά – σαν
αγνοούμενος, μαθαίνεις τις απόλυτες αλήθειες ή αποκτάς μια άλλη
διεισδυτικότητα, κάνοντας έρωτα, που δεν κάνεις. Επεδίωκε λοιπόν να στέκεται
στα σκοτεινά, αμυνόμενη στις επιθέσεις, που δεχότανε συνεχώς η γύμνια της,
απολαμβάνοντας με όλες τις αισθήσεις της, τον κάθε οργασμό, σαν μια δικαίωση,
του άλλου, του σεμνού της εαυτού. Αλλά στο φως της μέρας, κυκλοφορούσε με
σκισμένο τζιν και μπότες, συμβαδίζοντας με τον ρυθμό των τρένων, που τελευταία
πέρναγαν σπάνια από το σπίτι, υπακούοντας στην θέληση, ενός εραστή διαφορετικού,
γεμάτου βία. Έκλεισα και το δικό μου φως· αμέσως· είδα γύρω μου, μόνο σκοτάδι –
συμπαράστασης σε πράξεις μιας άγιας, παράνομης
ελευθερίας.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου