Δημοφιλείς αναρτήσεις

Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

ΤΟΠΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΣΚΟΝΗ



      Ημέρα Χαιρετισμών· ημέρα πρώτων χαιρετισμών. Κάθε χρόνο, τέτοια ημέρα, βρέχει, δημιουργώντας ένα κενό εις την εφαρμογή, μίας πιο πλήρους άνοιξης. Διαβάζω πάλι των δασκάλων μου τις γραφές· τις ξαναγράφω από την αρχή, εμπλουτίζοντάς τες, με νεοτερισμούς δικούς μου. Βλέπω τον τόπο μου, να ειν’ απόλυτα βρεγμένος, φροντίζοντας να δέχεται την αποθέωση, πάντοτε καλυμμένος· βέβαια μόνο όσο  χρειάζεται, για να προλάβει να μεταφερθεί αλλού, σαν καταλάβει, ότι το κακό τον πλησιάζει. Ο τόπος μου· ο δικός μου ο τόπος, που δεν ειν’ πραγματικά δικός μου. Δικό μου είναι ένα κομματάκι του· ένα μικρό κομμάτι χώμα· τόσο μικρό, που στις καλοκαιρινές τις ξηρασίες, γίνεται σκόνη εύκολα· γίνεται χάρισμα, στους δώδεκα ανέμους του Θεού και ταξιδεύει. Βλέπω, πως τελευταία άλλαξαν πολλά, γιατί οι τόποι, αλλάζουνε κι αυτοί με τους ανθρώπους. Κάθε τόπος, έχει τα σταθερά του τα σημεία· που τον χαρακτηρίζουν, που τον κάνουνε, να ειν’ διακριτός ανάμεσα στους άλλους. Ένα μεγάλο κτίριο με ιστορία, εν’ άγαλμα, μια βρύση, ένα ποτάμι, ορίζουνε συντεταγμένες· κι ανάμεσά τους, άνθρωποι να κινούνται σαν τις μύγες, να γεννάνε, να μεγαλώνουν, να γίνονται τεράστιοι, σαν πύργοι μιας καινούριας γενεάς· και τελικά να καταρρέουν, σαν να ναι όλοι τους, σωροί ατέλειωτοι, από μπίλιες μικρές, που όλο και μικραίνουν, όσο ο χρόνος τρέχει κι όσο κανείς δεν παίρνει της ευθύνη μιας αμφισβήτησης , ενός ετεροχρονισμού ή έτσι απλά, μίας ανάγκης για εκτόνωση. Τελευταία βλέπω τριγύρω μου, να αναπτύσσονται συνέχεια καινούριες συντεχνίες – ξεκινάνε πάντοτε με όνειρα μεγάλα· καταλήγουνε: ενός, δυο ή το πολύ τριών ατόμων· δεν μπαίνω εις τον πειρασμό, μιας και κάποιος δικός μου πρόγονος, έπαθε· κι εμείς το μάθαμε πια πολύ καλά και αποφεύγουμε… Οι καμπάνες των εκκλησιών, χτυπούν. Γυναίκες ώριμες, ντυμένες σοβαρά, βαδίζουνε στα πεζοδρόμια, κρατώντας τις ομπρέλες ανοικτές. Ένα ταξί, σταματά μπροστά σ’ ένα φανάρι. «Ύπαγε οπίσω μου», ψελλίζω κι εκείνο ξεκινά και φεύγει προς τα μπρος, με τρόπο εντελώς προκλητικό, μοιάζοντας με άρχοντα, που διώχνει από πάνω του κάθε ευθύνη – είναι μία από τις κύριες μορφές λαϊκισμού και δαύτο. «Εγώ δεν θέλω», φωνάζει τότε, με φωνή τελείως τσιριχτή, ένα μικρό παιδάκι, που περνά εμπρός απ΄το παράθυρό μου. Στα χέρια του κρατά μια σοκολάτα και μου γυρνά την πλάτη, υπακούοντας επιτέλους, σε μια φωνή δικαιοσύνης, που χρόνια τώρα, παρακινεί την κάθε γενεά, στο ν’ αρνηθεί τους εύκολους τους δρόμους, που δείχνουν με το χέρι οι παλιοί· και να δημιουργήσει νέους, μιας και το κάθε τι, μετά την πρώτη μέρα, φθείρεται… Σκέφτομαι, πως θα πρεπε να συμβουλευτώ και κάποια πνεύματα· έχω αρχίσει ήδη να σκέφτομαι κάπως διαφορετικά και αν ο τόπος, που μ’ αναλογεί, είναι ολίγη μόνο σκόνη, ίσως και να πρεπε, να είχα ήδη μεριμνήσει, δημιουργώντας  κάμποσα αντίγραφά μου, αποσκοπώντας στο κάτι από σκόνη παραπάνω – και ποιος δεν θέλει τελικά να επεκτείνεται; Αυτό φυσικά και είναι κάτι μάταιο, μα όσο ζει κανείς… ε, το θέλει. Βολεύει όμως τ’ ότι βρέχει· βολεύει, που λιόγερμα δεν υπάρχει και που σήμερα πριν νυχτώσει, δεν είδα ούτε ίχνος από τα βουνά, από τις δορυφορικές κεραίες, από των ρετιρέ, τα πλουμιστά μπαλκόνια. Ο τόπος μου, η σκόνη μου. Ο τόπος μου μέσα στην σκόνη· μέσα στην σκόνη των άλλων. Κλείνω τις γραφές των δασκάλων μου, με μία τελική σημείωση: σαν φύγω, η σκόνη μου, η σκόνη που μ’ αναλογεί η σκόνη, η πραγματικά δική μου, να γενεί το πιο μικρό, το πλέον ταπεινό μου χάρισμα, σε έναν τόπο άλλο.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ : ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΓΡΑΜΜΑ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου