Το νωπό χώμα, κάνει την άνοιξη να ξεμακραίνει πάλι· και την μελαγχολία
να γυρνάει πάλι πίσω στο νησί. Σήμερα, θα κοιμηθούν νωρίς οι γλάροι· σήμερα,
κανείς δεν θα μπορέσει να ριχτεί μες στην φωτιά· και για κανέναν δεν θα ακουστεί
ο πυροβολισμός της έναρξης, της λήξης, του θανάτου… Ο Θεός γέννησε τα πράγματα,
έχοντας κάνει λάθος την σειρά τους – φυσικά και δεν θα ειμ’ εγώ, που θα τα βάλω
στην σειρά· δεν μου το επιτρέπει και ο χρόνος, αφού σε λίγο θα ναι βαθιά μεσάνυχτα
και ο καφές μου, έχει τελειώσει ήδη. Μυρίζει ο καιρός ταξίδια κι αλλαγές ελευθεροφρόνων
αρχηγών και πρέπει να μυρίσει πρωινό, για να υπάρξει αποτέλεσμα σπουδαίο. Μετά απ’ ολ’ αυτά, μια πόρτα κλείνει·
μανταλώνεται και το παράθυρο, που βλέπει
προς τον κήπο· λευκός καπνός και πάλι εμφανίζεται, πάνω από την καμινάδα. Με
μεθυσμένες τις κινήσεις, προσπαθούνε τα σκαθάρια να ξυπνήσουν, μένοντας
απομονωμένα πάντοτε, κάτω απ’ τα μεγάλα φύλλα, που χουνε ξεχαστεί απ’ το φθινόπωρο
και που θα φύγουν καλοκαίρι. Τις εποχές, διώχνουν οι άνεμοι, οι ίδιοι τους καλωσορίζουν. Στις ώρες που χορεύουν οι φωτιές, το νεαρό κορίτσι, στέκεται πίσω απ’ την εξώπορτα
και αφουγκράζεται την φύση να αλλάζει, ανυπομονώντας, να ανοίξουνε ξανά και πάλι,
οι δρόμοι προς την θάλασσα. Οι μνήμες της, ζητάνε επανάληψη – οι μνήμες απ’ το
παρελθόν, σαν βάθαιναν, γινότανε όλο και πιο ωραίες. Ψάχνει στο σώμα της να
βρει, το τελευταίο ίχνος απ’ τ’ αλάτι, του προηγούμενου καλοκαιριού – βρίσκει διλλήματα
αγάπης, βρίσκει την μυρωδιά του έρωτα, να έρχεται από τις μέρες του βασιλικού
και της λεβάντας, γιατί, οι μήνες φεύγοντας, αφήνουν πίσω τους, εικόνες λουλουδιών·
και οι μοίρες αποκτάνε την συνήθεια ν’ αλλάζουν. Αυτή την ιστορία, που είχε
διαρκέσει λίγες μέρες, κάνει ξανά μία εμφάνιση, στ όμορφά της μάτια. Παρθένος πριν,
μετά γυναίκα κι ύστερα, ξανά παρθένος στην ζωή. Σε έναν τοίχο πάνω καρφωμένο,
το κάδρο, περιμένει μία καλή κουβέντα να του πουν, σαν άλλος Προμηθέας – το καταλαβαίνει·
νιώθει για κείνο μια συμπόνια· σπάει τα νύχια της, να βγάλει το καρφί, απογοητεύεται·
κλαίει… Και τα θολά της δάκρυα, γίνονται ρυάκια, που μονολογούν προτάσεις ερωτήσεων,
που ξεκινούν μ’ ένα «γιατί». Πιάνει το κάδρο και το ξεκρεμά· το ρίχνει κάτω και
το σπα σε εκατό κομμάτια, σκοτώνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο τον φρικτό, ίσως ένα
μεγάλο εφιάλτη. Ο θάνατος, που εμφανίζεται εμπρός της, ειν’ κάτι εξαγνιστικό
τελείως – σκοτώνοντας αυτό, που σε σκοτώνει, γυρίζεις σε μιαν αρχή καινούρια πάλι.
Η επαφή της με τον κόσμο έξω, είναι οι ήχοι των ανέμων φυσικά – έχει να κάνει
και με το νησί, αφού εκεί ο χρόνος, ειν’ αφιερωμένος στους ανέμους. Θέλει να
βρει κάτι για να πιστέψει – παίρνει ένα λευκό χαρτί κι ένα ψαλίδι. Κόβοντας, το
χαρτί, φτιάχνει μία ανθρώπινη φιγούρα· την ονομάζει ευθύς Θεό· Θεό δικό της. Κι
έπειτα αναπολεί τα χέρια κάποιου εραστή, το σκοτάδι, την πανσέληνο, τις απουσίες.
Κρατώντας τον Θεό στο ένα της το χέρι, πηγαίνει και πετάει κάποια χάπια, σε μια
λεκάνη τουαλέτας – το νερό επισφραγίζει ένα θρίαμβο. Όλα τα κέρδη της, είναι ο
χρόνος, η μάθηση, η μοναξιά και ο Θεός της. Σε ένα καναπέ βελούδινο ξαπλώνει κι
αρχίζει να μετρά αντίστροφα, γιατί θα ρθούνε και οι μέρες των Παθών και της Ανάστασης·
και τότε το κόκκινο το χρώμα από τις παπαρούνες, θα έχει γίνει πιο βαθύ – βαθύς
θα είναι και ο έρωτας, επάνω στο κορμί της, μέσα στις άσπρες μέρες, που θα ρθουν,
στ΄ απέναντι ακρογιάλι, που θα ναι το νησιώτικο, το θερινό της σπίτι, το κλειστό…
ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ : ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΓΡΑΜΜΑ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου