Δημοφιλείς αναρτήσεις

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2014

ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ


      Κι έτσι πέρασαν τα χρόνια. Και τα πέτρινα τα παράθυρα, έμεναν ανοικτά – σχεδόν ερειπωμένα· χωρίς τζάμια, χωρίς ντροπή. Τα χρώματα κάθε δειλινού, ήταν μεγάλοι πειρασμοί, καθώς φωτίζανε τις γάτες, που σκαρφαλώνανε επάνω τους, κάνοντάς τες,  να φαίνονται διαφορετικά – κι αρέσαν στους ανθρώπους τότε, εκείνες οι διαφορές κι αντί για πέτρες στρόγγυλες, έραναν τις γάτες με γαρύφαλλα. Αλλά επάνω στα παράθυρα, μετά απ’ ολ’ αυτά, φωλιάζανε και τα πουλιά της μοναξιάς, εκτός απ’ την αγάπη. «Καλύτερα από απόσταση…», ψιθύρισε ο νέος ποιητής, περνώντας από δίπλα. «Καλύτερα μ΄ αυτούς, που ξέρουν να εκτιμούν», είπε το κοριτσάκι, στον πατέρα του, τραβώντας του το χέρι. Ένα απ’ τα γδαρμένα τους πατζούρια, έτριξε, ενθυμούμενο άλλα γεγονότα. Από τις ώρες του πολέμου, μέχρι τις μέρες της φθοράς, οι γενεές, δεν άλλαξαν την φύση των ανθρώπων. Οι πέτρες, ισορροπούσαν τα πρεβάζια· τα ξύλα, έδεναν παλιούς αρμούς – τα τζάμια είχανε πέσει, από τις σφαίρες, από τον άνεμο και απ’ τα λόγια. Ο τελευταίος αυτοκράτορας, το έμαθε καλά πριν καταρρεύσει, πως ο διά των λόγων θάνατος, είναι ο πλέον συνεπής. Θα πρεπε όμως να βρεθούν και χώροι για να φιλοξενηθούν οι κουκουβάγιες – είχανε προβλεφτεί και για εκείνες κάποιες τρύπες, όπως και οριζόντια στα σύννεφα, παλούκια, για γυμνάζονται μ’ αυτά, πράσινοι παπαγάλοι. Ένα παράθυρο κλειστό, είναι μια μάχη, με τα αόρατα, τα μούτρα του θανάτου. Ένα παράθυρο ανοικτό, είναι ειρήνη. Ένα παράθυρο διαμπερώς κατεστραμμένο, ειν΄ ότι μένει, από μια συντέλεια, των ιδεών του κόσμου. Όταν μες από τα πέτρινα παράθυρα, περνούσανε τα’ αστέρια, που τους τα πρόσφεραν οι νύχτες, οι δεσποσύνες ξαναγύριζαν, καθόταν στα πρεβάζια, έπλεκαν, έκλαιγαν… Δυστυχώς, ούτε κι εκείνες ξέρανε το μέλλον να προβλέπουν· αυτή τους η ανικανότητα, τους άνοιξε κάποτε δρόμους καινούργιους· και τότε εμφανίστηκε πρώτη φορά, ένα επάγγελμα, όπου ως τότε, θα έλεγε κανείς, πως ήτανε λειτούργημα· εκείνο της μοιρολογίστρας – με τόσους πολλούς νεκρούς, να ναι τριγύρω άθαφτοι, η πελατεία, ήτανε εξασφαλισμένη. Για να χουνε καλύτερη απόδοση, λέγαν τα μοιρολόγια τους τις νύχτες – ήταν και η ατμόσφαιρα πιο καθαρή, μιας και το σκοτάδι, τις πιο πολλές φορές, δρα ως απολυμαντικό· τις υπόλοιπες σαν φαρμάκι. Ανάμεσα στα παράθυρα και τους ανθρώπους του λαού, υπήρχε πάντοτε μι σχέση ολική· μια σχέση θαυμασμού, γοητείας κι απουσίας. «Από εδώ και πέρα, τίποτε δεν πουλάμε τζάμπα», είπε τ’ αριστερό παράθυρο, απευθυνόμενος προς το δεξί. «Ευτυχώς, που το καταλάβατε», τότε απάντησε το κεντρικό – και ένας κίτρινος εκσκαφέας, από αυτούς, τους καθώς πρέπει, γκρέμισε τοίχους, παράθυρα, γάτες, ανθρώπους, εξουσία… Ειν’ μεσημέρι, περίπου προς απόγευμα. Στέκομαι κει, στο ίδιο μέρος. Στα χέρια μου κρατώ ένα στεφάνι – η ώρα, που έχει οριστεί για την κατάθεση, δεν θα αργήσει… Διαβάζω για να περάσ’  η ώρα μου, την πλάκα του μνημείου, των πεσόντων παραθύρων του καιρού μας…
ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΓΡΑΜΜΑ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου