Δημοφιλείς αναρτήσεις

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014

Ο ΠΙΟ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


      Κάποιοι πιστεύαν εύκολα·  κάποιοι άλλοι είχαν προτάξει τα συμφέροντά τους. Όμως τα πτώματα των κρεμασμένων, μέναν ακόμη άταφα, εμπρός απ’ το παλιό νοσοκομείο. Ο μεγάλος πόλεμος, δεν είχε τελειώσει· μόνο κληρονομούνταν κι άλλαζε μορφή, αποκτώντας πάντοτε μία λάμψη ομορφιάς. Οι επίσκοποι, κάναν δεήσεις για να τους βρει η μοίρα, να είναι πάντοτε με την πλευρά του νικητή. Οι έμποροι, μαζεύανε μονάχα χρήματα. Οι νεκροί, δραπετεύανε συνήθως μακριά – ήταν και οι πλέον τυχεροί απ’ όλους, αφού τουλάχιστον γνωρίζαν. Ένα τρένο, συνέχιζε να τρέχει, μέσα σε μία στέπα έρημη – σταθμός κανένας δεν υπήρχε πουθενά και οι ανεφοδιασμοί, γινόταν εν κινήσει… Ουδείς πλέον εθελοντής υπήρχε· κανείς δεν ρίσκαρε την ευκολία των στιγμών, ενός ιδιοκτήτη. Όταν περνούσε από την πολιτεία, μον’ όταν έβλεπε τα φώτα αναμμένα, σταματούσε. Η κάθοδος επιτρεπότανε, μόνο εις τις γυναίκες. Η άνοδος βέβαια ήτανε θέμα των ανδρών, διότι ο στρατός πάντα ζητούσε έμψυχο υλικό και η άνοιξη, σ’  εκείνη την περιοχή αργούσε πάντα. Μερικοί, μιλούσανε για την δημιουργία κοινωνικών συσσιτίων – όμως δεν ήξεραν  να μαγειρεύουν. Τότε αποφασίσανε να κάνουν αναθέσεις· όμως κι εκείνη την προσπάθεια την εγκατέλειψαν, απ’  έλλειψη χρημάτων. Στο στάδιο γινότανε οι μεγαλύτερες γιορτές της ιστορίας. Εκεί, πηγαίνανε οι κάτοικοι, πάντα φορώντας τα καλά τους – ορισμένοι όμως μιλούσαν δυνατά πολύ· και τόσο γρήγορα, που δεν προλάβαινε κανείς να καταλάβει το τι έλεγαν· άλλωστε δεν χρειαζόταν. «Δεν χρειάζεται σκέψη η επιλογή», έλεγε ο τότε αυτοκράτορας, στους υπηκόους· κι εκείνοι προσκυνούσανε εν’ άδειο τέρμα. Κι έτσι στον τόπο νύχτωνε, όλο και πιο νωρίς και ας αλλάζανε οι εποχές, όπως και πρώτα. Έξω απ’ τους ναούς, μονάχα τα παιδιά, φιλοδωρούσαν τους ζητιάνους κι έπειτα έτρεχαν προς τους αγρούς, ψάχνοντας να βρουν πεταλούδες.  Είχαν πυκνώσει στις αυλές και τα χορτάρι και έτσι έκρυβαν πολύ καλά τα κίτρινα λουλούδια, απ’ τα ραδίκια τα παλιά, μαζί και τα προβλήματα πολλών ανθρώπων, απ’ αυτούς, που δεν μπορούσαν να μιλήσουν. Και πού ακούστηκε, άνθρωποι, ν’ αντιμιλούν; Λοιπόν, όλα στην πολιτεία, θα πρεπε να βαφότανε λευκά – αυτό έγινε αμέσως, γιατί αυτό το χρώμα το λευκό, εκτός από μια διαφάνεια, έπρεπε να σημαίνει και σιωπή. Σήκωσα κι εγώ το χέρι μου, σε μια από τις τελευταίες συγκεντρώσεις – όμως δεν μίλησα· δεν είχα τίποτα να πω, σαν είδα παρατεταγμένους γύρω μου μεγάλους αλιγάτορες και κροκοδείλους, να με παρακαλούν να επιλέξω, φτάνοντας στα όρια, μίας αποδημίας βεβαίας – μιας και σύμφωνα με τους ιερείς, ο θάνατος, ήταν κάτι πολύ ξεπερασμένο. Αποκήρυξα εγγράφως, πως υπήρξα· έπειτα πήρα και μεγάλους όρκους, ότι στο μέλλος, θα μουνα πάντοτε απών – για το καλό της κοινωνίας προφανώς, μιας και οι μονίμως διαφωνούντες, δεν συμφέρουνε ποτέ κανένα· ούτε καν τους ίδιους. Κλείστηκα τελικά σ’ ένα στρατόπεδο, που ήτανε τόσο πολύ μεγάλο, που χωρούσε μέσα του εμένα μοναχά – κι έτσι έγινα ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΓΡΑΜΜΑ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου