Η άνοιξη έφερε μία χειμερινή συγκομιδή – κι εμείς γυρίζαμε μες στις
εκθέσεις, αναζητώντας, λιγάκι χρώμα παραπάνω ή ελάχιστο νερό ή έστω μιαν
αναβολή εκτέλεσης, ενός αόρατου κρατούμενου. «Μα αυτός, είναι αθάνατος», είπε ο
αστυνόμος κι ευθύς ακούστηκαν οι κόρνες μίας φάλαγγας απ’ αυτοκίνητα, που
συνοδεύαν, ένα γάμο – ήτανε δύσκολοι οι καιροί για όσους συμβιώνανε· ούτε
λόγος, φυσικά, υπήρχανε και εξαιρέσεις. Θυμάμαι δε, ότι την ίδια ακριβώς
στιγμή, εμφανίστηκε ένας άνδρας πανύψηλος και περπατούσε μέσα στην βροχή,
κρατώντας την ομπρέλα του ανάποδα,
προσπαθώντας να επιβεβαιώσει, την αρχή μίας αντίθετης αντίδρασης, στης φύσης τα
στοιχεία. Είδα όμως και το πρόσωπό μου, να σβήνει, μέσα στα μαύρα τζάμια, του
παλιού φωτογραφείου – παλιό κι αυτό και μάλιστα χωρίς κορνίζα, αφού μετά μιαν
αποχώρηση οριστική, ελάχιστη η σημασία, το αν η φωτογραφία του μνημείου είναι
χωρίς ή με κορνίζα.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου