Μόνο δυο – τρία ξεχασμένα άσπρα σύννεφα, έχουνε μείνει, να περιμένουν αδιάφορα,
τον ήλιο για να δύσει. Στο βάθος, μια γυναίκα τα κοιτάζει, καθισμένη, στ΄ άδειο
της το μπαλκόνι. Όμως εγώ και τα βουνά, κοιτάζουμε εκείνη. Είμαστε δυο εικόνες,
μέσα σε δύο ξεχασμένα κάδρα, που αλληλοκοιτάζονται – και το παλιό το τραπεζάκι,
που μας φιλοξενεί απάνω του, τελείως σκονισμένο. Σκονισμένη και ολάκερη η
πολιτεία, ετούτο τ’ ανοιξιάτικο απόγευμα. Εκείνη απλώνει, στα κάγκελα του μπαλκονιού
επάνω, τα δυο μακριά της χέρια. Τα βουνά, της στέλνουνε εν’ αεράκι σιωπηλό. Τα
λεύτερα μαλλιά της, φτερουγίζουν. Από μακριά, ακούγεται απ’ ένα ραδιόφωνο, ο ύμνος
μιας ομάδας. Στις σκεπές, μια ομάδα άλλη, αποτελούμενη από μικρά σπουργίτια,
περιμένει, από την εξορία να γυρίσουνε, τα χελιδόνια. Φοράει, ένα κόκκινο φουστάνι
– φοράω πάντοτε, ρούχα μαύρα. Μέσα μου, επιθυμώ, να γράψω κάτι νέο. Στο βάθος,
πίσω της, τα δέντρα από μία συστοιχία, βγάλαν μπουμπούκια· αναρωτιέμαι, το τι δέντρα,
να ναι – εκείνη όμως δεν τα βλέπει κι έτσι αρκείται, στην οπτική, που της προσφέρουνε
τα σύννεφα. Η σκέψη μου, λέει, ότι απ’ ώρα σ’ ώρα, κάτι το άλλο θα συμβεί. Σκύβει·
κοιτάζει κάτω, προς τον δρόμο – μαζί της κι εγώ. Βλέπουμε να τον διασχίζουν αδιάφορα,
κάποια αυτοκίνητα, μοντέλα παρελθόντος, προσφέροντας μιαν ανεπαίσθητη μελαγχολία.
Εγκαταλείπει την παρακολούθησή του – όχι, εγώ, καθόλου δεν εγκαταλείπω, την
παρακολούθηση εκείνης. Βηματίζει στο μπαλκόνι της, μια δεξιά και μία αριστερά. Σηκώνει τα χέρια της ψηλά,
δείχνοντας προς τον ουρανό. Το στήθος της, προσπαθεί, ν’ αποτινάξει από πάνω
του, το κάθε ρούχο. Τα σύννεφα, παίρνουνε χρώμα χρυσαφί. Ο αποσπερίτης, κάνει
στο βάθος, ακόμη μια εμφάνιση, για γύρο προγραμματισμένο, αναποτελεσματικού θριάμβου.
Αναζητώ την πρόβλεψη ενός αποτελέσματος, μες από ένα πείραμα· κι εκείνη, αναπνέει
συνεχώς, βγάζοντας από μέσα της μια φλόγα, δείχνοντας, πότε σαν νύμφη του γιαλού,
πότε σαν κόρη του διαβόλου. Με θάρρος και περίσσια δύναμη, αποσπώ από επάνω της
τα μάτια μου. Βάζω τις χούφτες μου, μπροστά στο πρόσωπό μου. Ανάμεσα απ’ τα
κλειστά μου δάχτυλα, υπάρχει μια χαραμάδα ανοικτή. Από εκεί, μπορώ να την κοιτάζω,
στα κρυφά ακόμη. Γυρίζει, με την πλάτη προς τα μένα. Το κόκκινο φουστάνι της,
ειν΄ από πίσω ανοικτό. Βλέπω ολόκληρη την πλάτη της γυμνή. Προχωρά και περνώντας
μες απ’ τον τοίχο τον λευκό, μπαίνει στο ιδιαίτερο, το διαμέρισμά της.
AΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΓΡΑΜΜΑ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου