Συνέβησαν δε όλα, τόσο ξαφνικά, τόσο απότομα, εκείνο το απόγευμα, που
δεν κατάλαβα, το πότε έπιασε βροχή. Ήταν, θυμάμαι και αργία. Και τα στρατεύματα
είχανε ήδη αποβιβαστεί, σε μια ακτή, γεμάτη κόσμο, που περίμενε… Κοίταξα την
ατζέντα μου· η σελίδα της έριδας ήταν κενή ή ίσως έλειπε, έχοντας εγκαίρως
υποκλαπεί, για να επιβεβαιώσουνε την
τόλμη τους, οι αρχηγοί των μυστικών επιχειρήσεων. Έπρεπε όλα να σχεδιαστούν,
ξανά απ’ την αρχή, μα οι άνθρωποι ήταν όλοι τους εκεί παρόντες και δυστυχώς,
μπορούσαν και ν’ ακούνε. Επέλεξα εν’ απάνεμο σημείο· φόρεσα τ’ αδιάβροχο, που
φύλαγα απ’ το στρατό. Ένας ποδηλάτης, πέρναγε, αδιαφορώντας επιδεικτικά , για
τα φοβερά εκείνα γεγονότα. Ο αξιωματικός, διέταξε, διασπορά· ο ιερέας, κάθαρση
– κι εγώ, τελείως απομονωμένος πια, είδα τον εαυτό μου, να χτυπά μια πόρτα, μην
ξέροντας, πως πίσω της βρισκότανε η σύνοψη μιας σαραντάχρονης ζωής,
συμπυκνωμένη, στα καστανά τα μάτια μιας μητέρας.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου