Το σταθερό τους τηλέφωνο
χτύπησε δυνατά. Όταν τα τηλέφωνα χτυπούν σε ώρες ακατάλληλες , χτυπούν πάντοτε
δυνατά! Η Άννα και ο Αναστασης κοιμόταν ακόμη. Ο Αναστάσης ξύπνησε πρώτος
και σήκωσε το ακουστικό. Στην απέναντι γραμμή, ήταν η κυρία Όλγα. Ήταν εμφανώς
αναστατωμένη.
-Αναστάση μου, παιδί μου, εσύ
είσαι; Τον ρώτησε στα χαμένα.
-Ναι κυρία Όλγα εγώ
είμαι, τι συμβαίνει, με φωνή που έδειχνε άνθρωπο, όπου μόλις είχε ξυπνήσει.
-Η Δώρα παιδί μου, δεν είναι
καλά. Χθες το βραδάκι γύρισε από την θάλασσα άκεφη, μετά σήκωσε πυρετό, που δεν
κατέβαινε. Πήρα το νοσοκομείο και έστειλαν ασθενοφόρο. Ήλθε και την πήρε. Θ έλω
να πεις και την Αννούλα και αν μπορείτε να με βοηθήσετε...Είμαι μόνη μου και τα
έχω χαμένα...
Χαμένα πρωί πρωί τα είχε και
ο Αναστάσης. Την διαβεβαίωσε πως θα την βοηθούσαν στα πάντα και με όλες τους
τις δυνάμεις και της είπε να τους περιμένει, καθώς σε λίγο θα περνούσαν με το
αυτοκίνητο να την πάρουν για να πάνε όλοι μαζί στο νοσοκομείο.
Η Άννα από τον θόρυβο της
τηλεφωνικής συνομιλία, ξύπνησε και κολλώντας το αυτί της δίπλα στο ακουστικό,
άκουσε ένα μεγάλο μέρος της συνομιλίας. Ντύθηκε...Ντύθηκε και ο Ανάστσης και σε
λίγο με το αυτοκίνητο της Άννας ήταν εμπρός από το σπίτι της κυρίας Όλγας, ενώ
εκείνη κατέβαινε αλαφιασμένη την σκάλα, κατευθυνόμενη προς αυτούς.
Η Δώρα ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι
του νοσοκομείου, επάνω στα ολόλευκα σεντόνια. Ο πυρετός την είχε εξαντλήσει και
ένοιωθε να ζει μέσα σε ένα κόκκινο σύννεφο, που σχημάτιζε ένα παράξενο λίκνο
και στροβιλιζόταν συνεχώς, ζαλίζοντας την. Το είχε παρακάνει την τελευταία
εβδομάδα, με συνεχόμενα θαλάσσια μπάνια, κακή διατροφή και πολύ άγχος. Και όταν
τα αποτελέσματα των εξετάσεων των μαθητών της βγήκαν εξαιρετικά και όταν ο
Αναστάσης ξαναγύρισε οριστικά, ο πυρετός αποφάσισε να της στερήσει την
δυνατότητα να το γιορτάσει.
Ήταν παιδί η Δώρα, που αγαπούσε τις
γιορτές. Πάντα έψαχνε να βρει λόγους, για να γιορτάσει κάτι. Ακόμη και μόνη
της, με το μυαλό της... Δεν είχε αρρωστήσει πολλές φορές στην ζωή της, η μόνη
φορά που θυμόταν έντονα, ήταν όταν ήταν ακόμη μικρό παιδάκι στο δημοτικό και
είχε περάσει βαριά εκείνη την παιδική ασθένεια, την ιλαρά... Δεν ξέχασε ποτέ
εκείνο τον ισχυρό πυρετό και τα αντιαισθητικά σημάδια επάνω στο παιδικό της
κορμάκι. Τότε ήταν η αγκαλιά του πατέρα της που την κράτησε ζωντανή. Δεν είχε
φύγει στιγμή από το κεφάλι της, μέχρι που είχε συνέλθει. Μετά έφυγε με το
καράβι του ταξίδι για τόπο μακρινό, δεν γύρισε ξανά ποτέ... Ναυάγιο είχαν
πει... Πέραν χρόνια για να το αποδεχτεί η Δώρα. Για πολύ καιρό πίστευε πως της
κάναν ένα κρύο αστείο ή μια φάρσα...
Και εκείνες τις στιγμές, μέσα
στους σαράντα σταθερούς βαθμούς του πυρετού της έβλεπε και πάλι πάνω από το
προσκεφάλι της τον πατέρα της, να της χαϊδεύει το μέτωπο, υγραίνοντας το με μια
πετσέτα, Προσπαθούσε να ανοίξει τα μάτια της, για να τον δει καλά, μα εκείνα
δεν είχαν καθόλου δύναμη. Ψάχνοντας με το τρυπημένο από τον ορό χέρι της, στο
πλάι του κρεβατιού, έπιασε το δικό του. Ναι! Ήταν εκεί, είχε γυρίσει.
Ξαφνικά ένοιωσε την υγρασία μιας θάλασσας να καλύπτει το σώμα της,
απορροφώντας το. Σίγουρα μέσα σε κάποια θάλασσα κολυμπούσε και κάποιος της
έδινε το χέρι , για να την κρατήσει στην επιφάνεια. Ίσως ήταν ο ίδια αυτή τη
φορά ο πατέρας της, που πνιγόταν... Και το χέρι ποιανού ήταν; Ίσως του
Αναστάση, που είχε πια γυρίσει... "Αναστάση μην φύγεις, σ αγαπώ!",
φώναξε..."Σ αγαπώ, μην φύγεις!", φώναξε ξανά...Μετά όλα εμπρός της
έγιναν μαύρα και οι δυνάμεις της την εγκατέλειψαν.
...
ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ: Η ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΑΠΕΙΚΟΝΙΚΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου