Αύγουστος...ο μήνας, που όταν τον ζεις μοιάζει ατέλειωτος...και όταν τελειώσει; φαντάζει ελάχιστος.Και μετά κάποια χρόνια, μοιάζει να ΄ναι μια στιγμή...Αλλά μια στιγμή αξέχαστη...
   Αύγουστος ήταν και τότε...Εκείνος, μόλις είχε δώσει τέλος στην σχέση του με την Βανέσσα...Ήταν ένα ακόμη λάθος η σχέση του μαζί της.Αυτός, της δόθηκε βλέποντας της σαν κάτι ιδανικό...Εκείνη όμως θεωρούσε πως έπρεπε στην σχέση - και σε κάθε σχέση που έκανε - να είναι το κυρίαρχο πρόσωπο...Δεν ήταν τόσο πως ήταν τα χρήματα που διέθετε ως πλούσια, αλλά ένας παράξενος εγωισμός...Πίστευε λοιπόν, ότι δίπλα της μπορούσε να έχει όποιον ήθελε, για να δείχνει το μεγαλείο που είχε σαν γυναίκα.Ήταν δυναμική και εγωίστρια η Βανέσσα και αρκετά όμορφη...
   Έτσι τράβηξε γρήγορα το βλέμμα του και γρήγορα βρέθηκε να έχει κάνει σχέση μαζί της.Το ίδιο γρήγορα όμως άρχισε αυτή η σχέση να τον πνίγει. 
   Ήταν αυτή, που έπαιρνε πάντοτε τις αποφάσεις, για το που θα πάνε, με ποιόν θα βγούνε, πως θα κάνουν το σπίτι τους κτλ...-ευτυχώς μόνο, που δεν ανακατευόταν στην δουλειά του. Φαινομενικά ήταν ένα από τα πιο ωραία ζευγάρια...Νέοι, ωραίοι, επιτυχημένοι...Μα εκείνος ένοιωθε τελείως διαφορετικά. Ήταν σαν να βρισκόταν συνεχώς μέσα σε μια πρέσα, που τον πίεζε - τον πίεζε, χωρίς να μπορεί να βρει τρόπο για να ξεφύγει...
   Μέχρι εκείνο τον Αύγουστο...Και η αφορμή οι διακοπές (πολλές φορές χρησιμοποιούμε για να δώσουμε μια λύση σε ένα πρόβλημα τις πιο χαζές αφορμές...παράξενο, αλλά έτσι είναι)...Η αφορμή ήταν αυτή, γιατί οι πραγματικοί λόγοι,είχαν πολύ μεγαλύτερο βάθος...Αυτός δεν ήθελε διακοπές στη Μύκονο. Δεν είχε τίποτε με το μέρος, αλλά δεν τον εξέφραζε πια αυτός ο κόσμος που μαζευόταν εκεί (είχε κουραστεί - είχε ωριμάσει)...Αυτή η χωρίς νόημα βοή που υπήρχε εκεί, του έφερνε τρέλα... Ήθελε πια να απολαύσει την ομορφιά της ηρεμίας ...και η Ελλάδα είχε πληθώρα από τέτοια μέρη...
   Την πρότασή του η Βανέσσα την απέρριψε αμέσως...
   -Όχι στην Μύκονο θα πάμε...του είπε...εκεί πάνε οι μοντέρνοι άνθρωποι...οι άνθρωποι της τάξης μας...
   Εκείνη ήταν η στιγμή που βρήκε ο Κωνσταντίνος, για να σπάσει τα δεσμά του και να δραπετεύσει -άγνωστο προς τα που...
   -Να πας μόνη σου...της είπε...Από δω και πέρα, θα είσαι και μόνη σου...συμπλήρωσε...
   Η Βανέσσα, έμεινε να τον κοιτάζει...μην μπορώντας να πει τίποτε...Είχε μια αποφασιστικότητα και μια λεβεντιά το βλέμμα του, που της έκοψε τα πόδια.
   Αυτός μετά βγήκε έξω...Σαν να είχε φύγει ένα μεγάλο βάρος από πάνω του. Περπάτησε αρκετή ώρα, έτσι...άσκοπα και με΄τα έκανε δυο τηλεφωνήματα. Ένα στον εξάδελφο του, για να στείλει συνεργείο στο σπίτι που έμενε με την Βανέσσα, το οποίο θα μάζευε τα πράγματα του και θα τα μετέφερε στο παλιό του δυαράκι. Και ένα τηλεφώνημα στον φίλο του τον Πάτροκλο Δελη, για να πάρει από αυτόν τον αριθμό τηλεφώνου από ένα ξενοδοχείο, στο οποίο εκείνος πήγαινε, όταν ήθελε να ξεκουραστεί, να ηρεμήσει και να αλλάξει περιβάλλον.
   Ήταν καλοί φίλοι με τον Πάτροκλο...Είχαν γνωριστεί στον στρατό και είχαν γίνει αμέσως καλοί φίλοι. Είχαν πολλά κοινά ενδιαφέροντα, έγραφαν και οι δυο βιβλία και έζησαν πάρα πολλά μαζί, που τους έκαναν μεταξύ τους να αναπτυχθεί ένας πολύ ισχυρός δεσμός φιλίας...Μόνο, που δεν βρισκόταν πια μαζί, καθώς ο Πάτροκλος είχε προτιμήσει την ήρεμη και λιτή ζωή της επαρχίας...Τον ζήλευε για αυτό το πράγμα ο Κωνσταντίνος, καθώς αυτός, δεν μπορούσε -μέχρι τότε- να αποχωριστεί την πρωτευουσιάνικη ζωή...Ίσως γιατί αυτός δεν είχε ζήσεις με τον λιτό τρόπο της ζωής της φτώχειας, όπως ο Πάτροκλος...Τον ζήλευε ακόμη και για την ικανότητα που είχε να γράφει πολύ δυνατά ποιήματα, ενώ εκείνος είχε περιοριστεί στην πεζογραφία(αλλά εξαιρετικής ποιότητας πεζογραφία)...Η ζήλια αυτή όμως στην ουσία ήταν αγάπη και θαυμασμός...
   Τακτοποίησε το θέμα της μεταφοράς των πραγμάτων του,,,Μίλησε και με τον Πάτροκλο, που με μεγάλη χαρά τον άκουσε μετά από καιρό και του έδωσε τα στοιχεία του ξενοδοχείου "Πάνθεον", που του ζήτησε...Τηλεφώνησε κι εκεί και έκλεισε δωμάτιο για ένα μήνα...
   Το άλλο πρωί ετοίμασε τα πράγματα του, έκλεισε κομπιούτερ και κινητά και με το λεωφορείο - έτσι για να θυμηθεί τα παλιά- ξεκίνησε για το μέρος, όπου θα περνούσε τις πιο αξέχαστες διακοπές της ζωής του..Αυτής της ζωής που από τότε θα άλλαζε...και θα γινόταν τόσο όμορφη, όσο δεν είχε φανταστεί ποτέ...
   Εκείνη είχε βαρεθεί...τους είχε όλους βαρεθεί...Χρόνια τώρα στο κύκλωμα των σταρ...Είχε γνωρίσει τους πάντες...παραγωγούς, σκηνοθέτες, εκδότες και ένα μάτσο παρατρεχάμενους του συστήματος...Ξεκίνησε μικρή στα πρωινάδικα, πέρασε σαν ηθοποιός από τα σίριαλ της τηλεόρασης για να φτάσει να παίξε μετά σε σπουδαίες κινηματογραφικές ταινίες και σε σημαντικά θεατρικά έργα...Τώρα πια έκανε αυτά που ήθελε...Μα της κόστος ήταν μεγάλο ψυχικά...καθώς  η ζωή της ήταν ένα σύνολο προτάσεων...από τις πιο αγνές και δημιουργικές...μέχρι τις πιο ανήθικες...και έπρεπε να μείνει εκεί και να παλέψει και να επιβιώσει...Και πάλεψε και επιβίωσε...Μα σαν άνθρωπος δεν βρήκε ποτέ αυτό που ζητούσε...
   Και ζητούσε προστασία...όχι από αυτές που προσφέρουν αφειδώς οι μπράβοι της νύχτας ή οι ματσωμένοι επίδοξοι εραστές - ιδιοκτήτες...Είχε γνωρίσει πολλούς απ΄ αυτούς και είχε και κάποιες ανούσιες σχέσεις πίσω της. Η προστασία που ζητούσε, ήταν μια γλυκιά κουβέντα, μια αγκαλιά, ένας όμως για να γείρει και να κλάψει -έτσι χωρίς λόγο....Κανείς ως τότε δεν την είχε δει ώς ψυχή...ως άνθρωπο...Όλοι την κοίταζαν , σαν ένα ξανθό περιτύλιγμα, γύρω από ένα όμορφο σώμα...
   Τα είχε λοιπόν όλα βαρεθεί και αποφάσισε αυτόν τον Αύγουστο, να φύγει μόνη της για διακοπές κάπου απόμερα και ήσυχα...Έτσι, μόλις τέλειωσε όλες της τις υποχρεώσεις, φόρτωσε τα πράγματα της στο αυτοκίνητο της και ξεκίνησε...και όπου θα την έβγαζε ο δρόμος...εκεί θα πήγαινε...Έτσι...στην τύχη...
   Το μέρος, ήταν πολύ όμορφο...Μπροστά στη θάλασσα μια παραλία κοντά τρία χιλιόμετρα με όχι πολύ κόσμο και πίσω της μια σειρά από δέντρα, δημιουργούσαν έναν ανακουφιστικό ίσκιο κάτω από τον οποίο υπήρχαν οι σεζλογκ, όπου οι λουόμενοι άπλωναν τα κορμιά τους πριν και μετά το μπάνιο, απολαμβάνοντας την θέα, τον αέρα, τον ήλιο(οι πιο τολμηροί, τραβώντας τις σεζ λογκ εκτός σκιάς), τον καφέ και το αναψυκτικό τους...Πίσω ήταν τα μικρά τουριστικά ξενοδοχεία και τα φαγάδικα...και πιο πίσω, το χωριο, που ουσιαστικά ζούσε από τους παραθεριστές ότι χρειαζόταν, για να καλύψουν τις βασικές ανάγκες, που τους προέκυπταν(τρόφιμα, φάρμακα, ρούχα κτλ)
   Αφού τακτοποίησε τα πράγματα του ο Κωνσταντίνος στο ξενοδοχείο "Πάνθεον". , κοιμήθηκε αρκετή ώρα και μετά κατέβηκε στην παραλία για το πρώτο του μπάνιο...Πήρε κι ένα καφέ από το  μπάρ...και κατευθύνθηκε προς την σεζλογκ που είχε βάλει στο μάτι...Μαζί του πάντοτε το σημειωματάριο και τα μολύβια, που χρησιμοποιούσε για να γράφει όταν είχε έμπνευση τα κείμενά του...Ξάπλωσε κάμποση ώρα στην σεζλογκ...ήταν υπέροχα...
   Κάποια στιγμή τα μάτια του έπεσαν σε μια πολύ όμορφη γυναίκα, η οποία είχε πιάσει την διπλανή σε αυτόν σεζλογκ..Ήταν εντυπωσιακή...με καλλίγραμμο σώμα, μακριά καστανόξανθα μαλλιά...και φορούσε ένα χρυσαφί μπικίνι...Ανάμεσα στα λυγισμένα πόδια της είχε ακουμπήσει ένα βιβλίο, το οποίο διάβαζε και την είχε απορροφήσει...Τα μάτια της δεν μπόρεσε να τα δει, καθώς τα κάλυπταν τα μεγάλα γυαλιά ηλίου που φορούσε...Σαν κάποια να του έμοιασε...αλλά δεν μπορούσε να καθορίσει με ποια...
   Είχε πολύ ζέστη εκείνο το απόγευμα...Έτσι αποφάσισε να βουτήξει στη θάλασσα...Ήταν καλός κολυμβητής και όταν έμπαινε μερικές φορές στην θάλασσα, ξεχνούσε να βγεί...
   Η Σάντρα αφού είχε περιπλανηθεί σε όλες τις παραλίες της κεντρικής Ελλάδας...αποφάσισε να περάσει τον χρόνο των πιο ήρεμων διακοπών της ζωής της σε ένα μικρό παραθαλάσσιο χωριό εκεί γύρω...Έπιασε δωμάτιο και εγκαταστάθηκε σε ένα ξενοδοχείο, που είχε την θάλασσα ακριβώς αντίκρυ του..."Πάνθεον" το έλεγαν...Αφού ξεκουράστηκε λίγο, πήρε τα χρειαζούμενα της και κατέβηκε στην παραλία...Δεν ξέχασε να πάρει μαζί της και τους " Ηλιακούς Δείκτες" ...το τελευταίο βιβλίο του Κωνσταντίνου Βρανά...
   Με τα βιβλία αυτού του τύπου, η Σάντρα τελευταία είχε κολλήσει...Φοβερά ευαίσθητος άνθρωπος σκεφτόταν πάντα όταν τα διάβαζε...Πώς νά ήτανε άραγε; Να ήταν νέος ή να ήταν κάποιος μεσόκοπος με φαλακρίτσα..
   Έφτασε λοιπόν στην παραλία η Σάντρα, έβγαλε ο παρεό που φόραγε, αποκαλύπτοντας το όμορφο κορμί της στις πλάγιες πλέον ακτίνες του ήλιο, αλλά και στα μάτια των γύρω λουομένων...Ξάπλωσε στην σελογκ και άνοιξε το βιβλίο της και βυθίστηκε στο διάβασμα...
   Κάποια στιγμή, από δίπλα της ακούστηκε ένα θρόισμα και κάποια βήματα...Ήταν ο άνδρας της διπλανής σεζλογκ, που πήγαινε για να βουτήξει στη θάλασσα...Δέν πρόλαβε να τον δει στο πρόσωπο, αλλά της έκαναν μεγάλη εντύπωση τα πόδια του...Έδειχναν δυνατά, ενώ οι γάμπες του είχαν τέλειο σχήμα..."Θά ναι κανένας ποδοσφαιριστής" ...σκέφτηκε... και συνέχισε να διαβάζει...
   Ο Κωνσταντίνος κολύμπησε ίσως όσο δεν είχε κολυμπήσει ποτέ στη ζωή του. Ένοιωθε πραγματικά ελεύθερος...Ένοιωθε πως μέσα σ΄αυτό το αλατισμένο νερό ξαναβαφτιζόταν...ξαναβαφτιζόταν ελεύθερος...Η Βανέσσα και η Αθήνα πια είχαν ξεχαστεί...Ήταν πολύ μακριά...
   Μετά από πολύ ώρα αποφάσισε να βγει απ΄ την θάλασσα...Ελεύθερος πια όρμισε προς τα έξω, με τρόπο που έμοιαζε με πεζοναύτη, που έκανε απόβαση σε μια άγνωστη ακτή γεμάτη πόθους και ομορφιές...και τρέχοντας σαν μικρό παιδί έφτασε στην σεζλογκ του...
   Όπως κινήθηκε, κάποιες θυμωμένες σταγόνες ξέφυγαν από πάνω του και έπεσαν επάνω στην κοπέλα που ήταν ξαπλωμένη στην διπλανή σεζλογκ και που διάβαζε...Τότε αυτή κινήθηκε λίγο ενοχλημένη...
   -Ω...χίλια συγνώμη, δεν ήθελα να σας βρέξω...είμαι πολύ απρόσεκτος....της είπε...
   Εκείνη, τέντωσε λίγο τα πόδια της, κατέβασε το βιβλίο που διάβαζε και του χαμογέλασε...Ε... τι κακία να του κρατούσε για πέντε - δέκα σταγόνες που έπεσαν πάνω της...Άλλωστε δίπλα σε θάλασσα ήταν, καλοκαίρι ήταν ίσα- ίσα...στο τέλος- τέλος την δρόσισε κιόλας...
   -Εντάξει δεν έγινε τίποτε...του είπε κοιτώντας τον στα μάτια..."Πολύ ωραίο και ευγενικό παιδί και κοντά στην ηλικία της "...σκέφτηκε
   -Ω...είστε η... είπε αυτός μόλις την είδε καλά...
   -Είμαι η; Του απάντησε χαμογελώντας εκείνη...
   -Ηηη...Σάντρα Ρούσσου...της είπε μισοτραυλίζοντας από έκπληξη...Η Σάντρα ήταν μια ηθοποιός.Είχε δει ένα φιλμ, που έπαιζε εκείνη τελευταία και τον είχε εντυπωσιάσει...
   -Ε λοιπόν ναι...είμαι η Σάντρα Ρούσσου...του απάντησε...
   Αυτός τότε κάθισε στο πλάι της σεζλογκ του κοιτάζοντας την...Δεν άργησε να γνωρίσει τους "Ηλιακούς Δείκτες"...Το δικό του βιβλίο...Σίγουρα δεν τον γνώρισε, σκέφτηκε ακαριαία...Και λογικό ήταν...καθώς όσες φορές τον είχαν καλέσει να μιλήσει στην τηλεόραση για τα βιβλία του ήταν σε ώρε μεταμεσονύκτιες και οι τηλεθεάσεις χαμηλές...
   Της χαμογέλασε...
   -Ωραίο το βιβλίο; Την ρώτησε...
   -Πάρα πολύ ωραίο...του απάντησε εκείνη....
   -Χαίρομαι...της είπε χαμογελώντας...
   -Κωνσταντίνος Βρανάς...τις είπε και της πρότεινε το χέρι του...
   Ήταν η σειρά της να τραυλίσει...
    -Εσείς; Τον ρώτησε ...και έδειξε το βιβλίο...
   -Ναι εγώ...της απάντησε....
   Του έδωσε κι εκείνη το χέρι της...
   Ήταν μια αποκάλυψη για την Σάντρα, πως ο αγαπημένος της συγγραφέας, δεν ήταν ένας παππούς με φαλακρίτσα ή ένας στρυφνός καθηγητής, αλλά ένας νέος άνθρωπος, από αυτούς που κυκλοφορούν με τα μαγιώ "βερμούδα" στις παραλίες, ακούνε μουσική από γουόκμαν, κολυμπούν κι αστειεύονται...Μα γιαυτό αγαπούσε τα βιβλία του, γιατί ο λόγο τους ήταν έτσι ελεύθερος...
   Γνωρίστηκαν καλύτερα...συνομίλησαν αρκετά, πάντα χαμογελώντας και οι δυο...Μέτα μπήκε κι εκείνη στην θάλασσα...Βγαίνοντας αυτός την βοήθησε να σκουπιστεί, αποζημιώνοντας την για τις πέντε- δέκα σταγόνες, που είχε ρίξει πάνω της πριν από λίγη ώρα...
   Συνέχισαν να μιλούν για αρκετή ώρα, κυρίως αστειευόμενοι...Κάποια στιγμή η Σάντρα του έκαμε για πρόταση, για να περάσουν τον βράδυ τους όμορφα και ήρεμα...
   -Το βράδυ, άκουσα στο ραδιόφωνο ερχόμενη προς τα εδώ, ότι θα πέσουν αστέρια από τον ουρανό το βράδυ...Είναι ένα φαινόμενο, που γίνεται μια νύχτα κάθε Αύγουστο...Θέλεις  να κατέβουμε εδώ και τα τα δούμε; Θα φέρω και ένα ραδιόφωνο που έχω μαζί μου για να ακούσουμε μουσική και θα κάνω και σάντουιτς για να τσιμπήσουμε...
   Του άρεσε η ιδέα της...Και πως θα μπορούσε να πει όχι...
  - Εντάξει, θα φέρω εγω της μπύρες...της απάντησε...
   Το ραντεβού κλείστηκε για τις δέκα το βράδυ...Εκείνος αγόρασε παγωτά, αγόρασε και τις μπύρες...Εκείνη έκανε τα σάντουιτς...
   Και πράγματι στις δέκα ακριβώς ήταν και οι δυό εκεί...Χαιρετήθηκαν και φιλήθηκαν σταυρωτά...Και οι δυο αισθανόταν πως έβγαιναν το πρώτο τους ραντεβού...Αυτό, που τόσες φορές είχαν ονειρευτεί και ποτέ δεν είχε γίνει πραγματικότητα...
   Τώρα όμως;
   Χέρι- χέρι περπάτησα ξυπόλυτοι στην αμμουδιά...Κάποια παιδιά που έπαιζαν, τους έκλεισαν χαμογελώντας το μάτι...Γέλασαν κι αυτοί...
   Έπιασαν τις ίδιες σεζλογκ που είχαν και το απόγευμα...Έβαλαν το ράδιο να παίζει χαμηλά απαλή μουσική, από έναν επαρχιακό σταθμό, απ΄ αυτούς που έχουν μείνει ξεχασμένοι, να παίζουν τις γνήσιες γλυκές μελωδίες του παρελθόντος...γλιτώνοντας από την αλλοτρίωση του σήμερα...
   Έφαγαν τα σάντουιτς, το ίδιο και τα παγωτά, ήπιαν τις μπύρες και μετά έβαλαν τις σεζλογκ  τους δίπλα δίπλα και κάθισαν , βλέποντας εμπρός τους, ίσως το πιο εντυπωσιακό βραδινό σκηνικό στης ζωής τους...
   Παντού υπήρχαν φωτεινά σημεία...Φώτα από καράβια και βάρκες στην θάλασσα, φώτα από σπίτια των χωριών της απέναντι μεριάς του κόλπου, και στον ουρανό τα αστέρια...Αστέρια μεγάλα, αστέρια μικρά, αστέρια φωτεινά, αστέρια που αναβόσβηναν...Κάποια, είχαν αρχίσει ήδη να πέφτουν...Μαγεία...
   -Κοίταξέ τα...της είπε...Άπειρα...ατέλειωτα...Έτσι είμαστε κι εμείς οι άνθρωποι..ατέλειωτοι...Κι αν τελειώσει ένας, κάπου αλλού, κάποιος άλλος θα ξεκινάει...Μετά μας μένουν τα παραμύθια...Για κάθε άνθρωπο ένα παραμύθι...Ένα ή και δύο ή και πιο πολλά...Που και αυτά τελειώνουν, για να ξαναρχίσουν και πάλι...Όταν ήμουν μικρός, μου άρεσε να ακούω την Μαμά μου, να μου διηγείται το παραμύθι με το μικρό ελάφι, που το σκότωσε ο Βασιλιάς και η ελαφίνα μητέρα του έκλαιγε...Έκλαιγα κι εγώ, αλλά έλεγα στην μαμά μου να μου το διηγηθεί ξανα και ξανά και ξανα...Και ξέρεις γιατί; Γιατί το παραμύθι, όπως και το ελάφι, δεν πέθανε ποτέ...Κάθε φορά που η μαμά μου επαναλάμβανε την διήγηση, το ελαφάκι ξαναγεννιόταν...Έτσι Σάντρα είναι και τα όνειρά μας...Αστεράκια ή παραμύθια ή ελαφάκια...Που κι αν τα σκοτώνουν οι μεγάλοι, έρχεται ο καιρός, που γυρίζουν και ξαναπερνάνε την ιερή πύλη της ζωής και διαπρέπουν ...Και παντα ξαναγυρίζουν όπως η Περσεφόνη στον μύθο....
   Η Σάντρα, τον άκουγε μαγεμένη..."Τι άνθρωπος"...σκέφτηκε..."και τι απατηλή ζωή είναι αυτή που ζούμε...να μας κρύβει τα αξιόλογα, ακριβώς δίπλα μας...και τι όμορφη γίνεται όταν μας τα φανερώνει..."
   Ασυναίσθητα, του έπιασε το χέρι...Χάιδεψε τις διογκωμένες φλέβες και τις λεπτές τρίχες που το στόλιζαν..."'Ντι έχει μέσα κι έξω του αυτός ο άνθρωπος, είναι τόσο μα τόσο φυσικό..."...σκέφτηκε και συνέχισε μηχανικά να τον χαϊδεύει...
   Μέ επίσης μηχανικές κινήσεις, έφερε το χέρι του και το ακούμπησε στο μάγουλο της...Ήταν σαν να προσπαθούσε να πάρει ρεύμα από αυτό , που έβγαζε η φλόγα της ψυχής αυτού του άνδρα...
   Κοίταξε κι αυτή τα φώτα...κι άρχισε να το μιλά για την ζωή της...
  -Ξεκίνησα από την επαρχία...Όνειρα...όνειρα..ατέλειωτα, ατέλειωτα όπως είπες και συ πριν...Πήγα στην Αθήνα για να σπουδάσω...Φιλόλογος είχα περάσει...Δεν το θυμάται κανείς πια αυτό...Για να εξοικονομήσω κάποια χρήματα έπρεπε να δουλέψω...Και χτύπησα πόρτες...και άνοιξαν...Η ομορφιά πάντα ανοίγει πόρτες...Μόνο ξεχνά να τις κλείσει...Να και σαν μοντέλο δούλεψα στα πρωινά της τηλεόρασης...Να και ηθοποιός σε σίριαλ...Να...να...Και οι νύχτες μου πάντα παγερές και μόνες...Κανείς δεν με κατάλαβε...κανείς...σου λέω...Άνδρες, με το μυαλό τους πάντα στο πως θα είχαν δίπλα τους  την όμορφη γκόμενα, που πολλές φορές θα τους τα...φερνε κιόλας...Γυναίκες, που στεκόταν πίσω από τις πόρτες, με το μαχαίρι στο χέρι, για να σου το καρφώσουν μόλις περάσεις....Σχέσεις αδιέξοδες...Και η καρδιά πάντα παγωμένη...Και που πέτυχα τι;...Τι ζήτησα;...Μια καρδιά...Έναν άνθρωπο...Μια καλημέρα το πρωί...Μια καληνύχτα το βράδυ...Μια προστασία...Μια προστασία της ψυχής μου...
   Μιλούσε μέ ένταση...τα μάτια της είχαν βουρκώσει...Κρατούσε πολύ δυνατά το χέρι του...
   Αυτός τότε σηκώθηκε, απομάκρυνε την μια από τις δυο σεζλόνγκ και κάθισε στην άλλη, βάζοντας και αυτή να καθίσει ανάμεσα στα δυό του πόδια, με την πλάτη γυρισμένη προς αυτόν...Ακούμπησε το στήθος του στην πλάτη της  και το σαγόνι του πάνω στον ακάλυπτο της ώμο...Ενώ με τα χέρια του την αγκάλιας, όπως αγκαλιάζουν τα φτερά των πουλιών το υπόλοιπο τους σώμα...Της έδωσε ένα μικρό φιλί στο πίσω μέρος του λαιμού...και συνέχισαν να κοιτάζουν απέναντι μαζί...μαζί...
   Από εκείνη τη στιγμή και μετά ήταν πια μια ψυχή...Δύο σώματα...μια ψυχή....
   Της έδειξε απέναντι τα φώτα των χωριών
   -Κοίταξε...της είπε...κοίταξε απέναντι μας τα χωριά...Χωριά γεμάτα ανθρώπους...γεμάτα κρύες καρδιές..Κρύες ακόμη και σε τέτοιες ζεστές νύχτες....Αλλά καρδιές καλών ανθρώπων...
   Του τράβηξε τα χέρια, ώστε να την αγκαλιάζουν πιο δυνατά΄...να γίνουν ένα με το σώμα της...Τότε είχε καταλάβει πως είχε βρει την προστασία...εκείνη την προστασία που ζητούσε  κάθε νύχτα, κάθε νύχτα μοναξιάς...Κάθε νύχτα μοναξιάς ανάμεσα σε πλήθη ανθρώπων...
   -Που ήσουν; Που ήσουν τόσο καιρό; Γιατί δεν ερχόσουν; Γιατί;...Γύρισε και του είπε κλαίγοντας...
   -Εδώ ήμουν, αγάπη μου...Εδώ ήμουν...της είπε ψιθυριστά και την φίλησε στο στόμα...
   Δεν ήταν ένα απλό φιλί...Ήταν μια ένταση φωτιάς, που ξεχύθηκε από μέσα και από τους δυο και που ήταν κρυμμένη για πολλές δεκαετίες όπως κρυμμένες είναι κρυμμένοι και οι αριθμοί, που κλειδώνουν τα όνειρα ολονών μας...
 Έμειναν εκεί αγκαλιασμένοι κάτω από τα άστρα μέχρι το πρωί...Ήταν το πρώτο τους βράδυ...Ήταν η αρχή...
   Την άλλη μέρα, τα έκαναν όλα ...μαζί...Μαζί στον καφέ, μαζί στη θάλασσα...Το βράδυ πήγαν για το απεριτίφ ους στο κλάμπ την παραλίας. Και χόρεψαν...χόρεψαν σαν παιδιά...γιατί ήταν μικρά παιδιά...Ήταν δυο μικρά ελαφάκια, που είχαν ξαναγεννηθεί...Μετά το κλάμπ γύρισαν στο "Πάνθεον"...Μόλις μπήκαν στο δωμάτιο του Κωνσταντίνου φιληθηκαν...
   -Εδώ θα μείνω απόψε, του είπε η Σάντρα και άρχισε να γδύνεται, ενώ ο Κωνσταντίνος, την κοίταζε θαυμάζοντας την και χαμογελώντας...
   -Βλέπω το σώμα σου πολύ σφιγμένο...Θα σου προσφέρω ένα μασ'αζ, που όμοιο του δεν σου έχουν κάνει ποτέ, της είπε...
   -Είμαι σίγουρη, του απάντησε γελώντας
   πράγματι...την έβαλε να ξαπλώσει και την ανακούφισε αγκαλιάζοντας την...προστατεύοντας την...Αυτό...ναι αυτό ζητούσε...μια προστατευτική αγκαλιά...Και ό έρωτας που έκαναν ήταν κι αυτός μια τελετή αφιερωμένη σε αυτή την προστατευτική αγκαλιά...
   Αγκαλιά κοιμήθηκαν...αγκαλιά ξύπνησαν...αγκαλιά έζησαν...Και μια μέρα, στην αγκαλιά τους μπήκε  ένα πανέμορφο μικρό κοριτσάκι...
   Και όταν το παραμύθι τους τέλειωσε, δεν έγιναν ελάφια, αλλά δυο ολόλευκοι κύκνοι, που πέταξαν ψηλά στον ουρανό...
   Ο Πάτροκλος Δελής όταν έφυγαν έγραψε και τους αφιέρωσε ένα ποίημα...
Δυο λευκοί κύκνοι πέταξαν στον ουρανό...
Δυο λευκοντυμένοι Άγγελοι μας προσμένουν...
Τον ένα κύκνο τον λέγαν Κωνστατντίνο...
Τον άλλο κύκνο τον λέγαν Σάντρα...
Τον ένα άγγελο τον λένε αγάπη...
Τον άλλο άγγελο τον λένε αγάπη...
ΤΕΛΟΣ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ