Το μαύρο της νύχτας, το πορτοκαλί της
ξενιτιάς, το κίτρινο μιας μέρας, που οι πιο πολλοί γιορτάζανε – κι εκείνος,
μόνος του μέσα σε μία αποθήκη, γεμάτη με τρωκτικά, αράχνες, κατσαρίδες, να
ψάχνει μέσα σε ατέλειωτους σωρούς από παλιά βιβλία, κάτι, που είχε γράψει πριν
αιώνες. Ύφος λυπημένο πονηρά· από τα γεγονότα, η απόσταση μεγάλη· οι αισθήσεις του, χαμένες σ’ ένα τέλμα. Είναι φορές, που
φταίνε και οι μέρες – αυτό ορίζουνε οι νόμοι των αιώνων· το ήξερε και έμενε αμίλητος. Από το τζάκι ακουγότανε κλαδιά,
που έσπαζαν κατά την καύση τους. Απ’ το παράθυρο, που δεν υπήρχε, ο Θεός,
προσπαθούσε να κάνει κάτι – πολύ μακρινές οι εποχές της θάλασσας και οι άνθρωποι,
είχαν στεγνώσει. Εκείνος είχε κάτι να θυμάται – οι άλλοι, βλέπανε μόνο το παρόν
και από τα συντρίμμια ιδεών που χάθηκαν, ξεπρόβαλαν ρακοσυλλέκτες μνήμης, που
τα μαζεύαν όπως- όπως και τα πουλάγανε με το κιλό στα παλιατζίδικα· ποιος να την αγοράσει; Αποφάσισε να διεκδικήσει την ζωή του, μ’ άλλο
τρόπο· κι έπρεπε όλα να γίνουν νύχτα.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου