Δημοφιλείς αναρτήσεις

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

ΤΟ ΠΛΑΓΙΟ ΟΚΤΩ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ


      Όσοι κάποτε διδάχτηκαν ότι το χρώμα τ’ ουρανού, είναι λευκό ή μαύρο, μελαγχολήσανε αμέσως  μόλις είδαν ότι είναι μπλε. Έτσι, σαν μπρος τους εμφανίστηκε το πολυώροφο και εγκαταλειμμένο κτίριο, με τους σταυρούς και τα αλεξικέραυνα στην κορυφή, εξαϋλώθηκαν. Από εκεί που έπεσε ο κόσμος, από εκεί θ’ αναστηθεί. Το κτίριο, περιμένει. Περίμενε και περιμένει, αντέχοντας να παρακολουθεί αγώνες δρόμου από σύννεφα· αγώνες πάλης απ’ ανέμους κι ύστερα να υπομένει, ζωντανό- νεκρό, κάθε απόγευμα, τις βαρετές τις επισκέψεις των πολύχρωμων περιστεριών. Και βλέποντας το, να στέκει ήρεμο και να κοιτά τα σύννεφα στον μακρινό ορίζοντα ν’ αλλάζουν χρώματα, σκέφτεσαι, πως ειν’ μια ευλογία: ο θάνατος να σε επισπευτεί απόγευμα – κάποτε αυτό θα το ζητήσω, ακόμη και παράνομα· αφού το τελευταίο μας δικαίωμα, η τελευταία μας ελπίδα, η τελευταία μας αξιοπρέπεια, είναι αυτή η ταπεινή στιγμή μας· ο θάνατος.  Ετσι συνειδητοποίησα κάποτε τον ρόλο ή και την αξία, που χουν: μια πλατεία, ένα πάρκο, ένα παγκάκι έρημο, μέσα σε ένα Κυριακάτικο και μελαγχολικό απόγευμα. Μέσα στις ώρες, που όλα τα θαύματα βρίσκονται σε λήθαργο, μέχρι να ακουστούν σφυρίγματα διαιτητών και τα γήπεδα, να δώσουν χάρη, σε όλους, τους των τελευταίων γενεών τους δούλους, όπου ερμητικά κρατούν φυλακισμένους δυο αιώνες. Κάποια παιδιά, ακόμη παίζουν κάπου. Μια δεσποινίς ψάχνει έναν αρραβωνιαστικό για να φιλήσει. Στα ζαχαροπλαστεία εμφανίζονται ξανά γλυκά από το παρελθόν: κοκ, κορνέ, μιλφέι… Και τα φώτα απ’ τ’ αυτοκίνητα, μισοσβησμένα· σαν ν’ αποφάσισαν όλα μαζί να κλάψουνε κάποιον νεκρό ή να ένιωσαν όλα μαζί ότι γερνάνε. Ο τόπος μας γέρασε και αν δεν γέρασε ωρίμασε· μακάρι να ωρίμασε. Αχ, ποτέ δεν θα καταλάβει  η θάλασσα, τα βάσανα, όπου περνάει η στεριά – γιατί δεν βρίσκει αποκούμπι πουθενά, γιατί είναι σκληρή και εύπλαστη καθόλου. Αυτός είναι ο κόσμος μας, που μέσα τους γεννιόμαστε, πεθαίνουμε και ζούμε, ξέροντας κάτι από πριν. Κάτι το εντελώς αόριστο, που τμήμα κάποιας ύπαρξης του, καλύπτουνε οι τέχνες. Στις μέρες, που θα ρθουν, θα θριαμβεύσει το πλάγιο οκτώ του σύμπαντος και οι Μαθητές θ’ αναστηθούν και ένας- ένας, θα συγκεντρωθούν, κάπου πιο βόρεια απ’ της Γεσθημανής τον κήπο, για να διδαχθούν καινούρια λόγια,  απ’ το φως. Φέτος, η έλλειψη υγρού στοιχείου, έγινε πρόφαση, για διαμαρτυρίες άσκοπες. Κι εμείς ακόμη να θρηνούμε ιδέες, που γεννήθηκαν και πέθαναν έναν Οκτώβρη· δεν πέθαναν· παρερμηνεύτηκαν. Παρερμηνεύτηκαν και πέρασαν, σ’ ανθρώπων χέρια λάθος· δεν λυπάμαι· δεν ανησυχώ· δημιουργώ· ελπίζω· επιζώ – απ’ το ατύχημα μιας αποτυχημένης επανάστασης, για να την διορθώσω. Πριν απ’ το τέλος μιας στιγμής, η απορία, όσων ποτέ δεν βρέθηκαν να κυβερνούν μία ελπίδα – γιατί; Απάντηση απ’ τους κρατούντες είν’ μοναδική και μία – γι’ αυτό! Και η απορία παραμένει· όπως και ο χαμένος του φωτός ο έλεγχος, πριν  την σφαγή των νηπίων, από έναν Ηρώδη νέο, τελευταίο, τραγικό: γιατί τα καταφέρνει πάντα και ξεφεύγει ο Θεός.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΓΡΑΜΜΑ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου