Βρέθηκα
να κοιτάζω ένα δρόμο σκοτεινό
Και
να προσέχω πως μιλώ με το σκοτάδι
Όταν
προσπέρασα δέκα παρκαρισμένα αυτοκίνητα.
Μπροστά
σ’ ενός φροντιστηρίου την μεγάλη πόρτα
Η
νύχτα άρχισε να μου μιλά σχεδόν απότομα
Λέγοντας
μου όλο σοφία λόγια σοβαρά.
Εμπρός
μου κάποιες σκάλες, μου θυμίζουνε κάτι από το παρελθόν
Μια
βόλτα με μια υποψήφια αγαπημένη
Ένα
κυνηγητό με φίλους, καθώς παίζαμε μικροί
Την
μυρωδιά απ’ εν’ απόγευμα κάποιου Μαρτίου
Τα
φώτα της πόλης, που τρεμόπαιζαν σαν τα βλεπα
Ή
που ανάβαν σταθερά, στις γιορτινές τις μέρες.
Όμως
μητέρα ολ’ αυτά, δεν μου πες, πως δεν ειν’ παντοτινά
Κι
έτσι με ξέχασ’ η ζωή
Να
περιμένω μόνος κάτι όμορφο να δω
Ενώ
το τέλος μου έχει περάσει.
Με
τα μάτια μου ανοικτά, να σχολιάζουν
Κοιτάζω
την αιωνιότητα, δακρύζοντας.
Τα
σχόλια των οφθαλμών, είναι τα δάκρυα
Που
δεν τους μένει πια ούτε μια ώρα, για να συγκρατηθούν
Για
να την διαθέσουνε μονάχα για εκείνα.
Μητέρα,
είδηση είναι μόνο το κακό
Αυτό
που δίνει κέρδος στα φεγγάρια της απάτης
Που
αποστρέφονται τα δίκαια αιτήματα
Κάθε
ρομαντικού ερωτευμένου.
Προς
την κορφή του λόφου, η τελευταία ανηφόρα
Είναι
απότομη πολύ.
Σαν
φτάσει ένας άνθρωπος εκεί
Δικαιώνει
τις πράξεις του τεράστιου δημιουργού
Μα
μοναχά για λίγο.
Λένε,
πως οι πολιτικές κινούνται πάνω σε άξονες
Γυρίζουν,
γυρίζουν και γυρίζουν
Γυρίζουν
κατά πως συμφέρει
Γυρίζουν
κατά πως συμφέρει το συμφέρον.
Μητέρα,
έμαθα να γράφω, για να σ’ εκδικηθώ
Για
να σε συγχωρέσω
Για
να σε ξεπεράσω
Γιατί
κάτι υπήρξα κάποτε κι εγώ σ’ αυτό τον κόσμο.
Το
μεσημέρι, είδα τον κάμπο, να είναι γυμνωμένος εντελώς·
Να
αντιδρά στην εποχή
Νομίζοντας
πως κάποιο λάθος έχει κάνει.
Του
έδωσα το χέρι μου
Προσπάθησα
να τον τραβήξω μακριά
Να
φύγουμε, να χαθούμε, να σωθούμε.
Όμως
άργησα, όπως αργούσα πάντα
Να
γυρίσω απ τα όνειρα.
Θυμάσαι
μητέρα;
Που
όταν άστραφτε φοβόσουν
Και
μου ζητούσες μια μεγάλη αγκαλιά
Και
ήμουνα εκεί
Γιατί
ήσουνα και συ
Όπως
και κάθε βράδυ της ζωής μου
Που
επιστρέφει, επιδεικνύοντας μου
Κάθε
καλό, που γνώρισα στον κόσμο
Γιατί
μητέρα, δεν ειν’ ο κόσμος μας μόνο κακό
Δεν
είναι μοναχά φαρμάκι
Κι
αρνήσεις κι απορρίψεις
Αιτήσεων
για έρωτα και για ζωή ωραία.
Τα
σκαλοπάτια ανεβαίνοντας, ψέλνω ξανά ένα «πιστεύω»
«Πιστεύω
σε σένα, πιστεύω σε μένα, πιστεύω σε κείνον, πιστεύω στον έρωτα… πιστεύω…»
Τίποτα
δεν μπορεί να με εμποδίσει να πιστεύω
Ακόμη
και σε κάτι, που μου ειν’ τελείως άγνωστο.
Εδώ
είναι καλά να γράφεις όταν βρέχει
Τότε
μπορείς κι ελέγχεις τα πετράδια της γραφής
Το
ξέρω
Οι
διαταγές, πρέπει πάντα να δίνονται με λόγια δυνατά
Ή
έστω με μια κίνηση μονάχα
Έτσι
ο κόσμος φτιάχνεται ν’ αντέχει
Κι
ας πονά.
Από
την μια οι άγγελοι, που χάσανε τον δρόμο
Από
την άλλη η σοφία του πραγματικού
Όταν
ο γενάρχης έκανε τα μεγάλα λάθη
Απουσίαζαν.
Έτσι
έμεινε τυφλή και η δικαιοσύνη
Από
παλιά, από γεννησιμιού της.
Μητέρα
η νύχτα με ζητάει
Η
ύπαρξή μου, εξαρτάται απ’ αυτή
Η
αγορά σ’ αυτή εδώ την εποχή, είναι Θεός μεγάλος
Και
τα μολύβια λιώνουν εύκολα
Σαν
γράφω το πραγματικό.
Μια
ένταση φωτός, τελευταία, βλέπω πως θέλει να με πνίξει
Η
φωτιά, συνολικά δεν ωφελεί
Στις
πλατείες, τα κινήματα έχουν ολοσχερώς εκλείψει
Πια
στα κοινόβια, παράγονται μονάχα
Υποσχέσεις
και στελέχη.
Ευτυχώς,
όπου και χώρος άδεις έμεινε, για τους ερωτευμένους-
Αρκούμαι
στην χαρά, ότι υπάρχουνε κάποιοι ακόμη απ’ αυτούς.
Μία
απόστροφος, μπορεί κι αλλάζει εύκολα το νόημα
Όπως
αλλάζει και το χρήμα τους ανθρώπους·
Το
χρήμα ή η υποψία μοναχά της ύπαρξής του
Ή
όχι.
Όταν
αρνήθηκα να μοιραστώ μαλαματένια όνειρα
Με
μία εξουσία
Πέθανα
Όταν
υπέκυψα στην μοναξιά των σκέψεων μου
Αναστήθηκα
ευθείς
Ευνοούμενος
σαφώς απ’ το υγρό το κλίμα
Της
μεγάλης πολιτείας.
Ευτυχώς
που και στην μεγάλη πολιτεία
Υπάρχουν
κάπου σκάλες
Κι
έτσι μπορώ ξανά να ανεβαίνω
Και
να σου μιλώ ψιθυριστά, μητέρα
Ψιθυριστά, ώστε κανείς να μην μπορεί να μας ακούσει.
Είναι
ο φόβος διάβολος μητέρα·
Διάβολος,
που ειν’ στιγμές, που γίνεται και
αδελφός.
Όταν
νυχτώνει, ανοίγει των προγόνων κάποιους τάφους
Μια
θρηνεί και μια χαμογελά ειρωνικά
Απειλεί,
φαντάζει παντοδύναμος
Τρομάζει·
τρομάζει προστατεύοντας-
Τρομάζει
προστατεύοντας
Κάνοντας
φυλακή για την ψυχή
Το
σώμα
Στερώντας
μιας δημιουργίας μέλλον
Από
την φαντασία.
Όμως
τις σκάλες ανεβαίνοντας, γίνομαι
Αθάνατος
Παρατηρητής
της εξουσίας
Και
των άκαυτων ρευμάτων
Μιας
αιώνιας φωτιάς.
Έτσι
μπορώ και ανεβαίνω, τις σκάλες των νεκρών
Ψάχνοντας
να βρω κάπου καλοκαίρι
Όντας
ελεύθερος
Όντας
ανυπόμονος, να βρω δικό μου τρόπο
Εικόνες
να δημιουργώ
Από
τον πόνο και την ένταση μιας μεγάλης μέρς.
Εικόνες
απογεύματος και δειλινού ανθρώπων.
Μητέρα,
είν’ όμορφοι οι άνθρωποι, όταν το θέλουν·
Όταν
τους το επιτρέπουν οι εκάστοτε
κρατούντες
Τρέχουν
οι άνθρωποι
Κλαίνε
οι άνθρωποι
Πονάνε
οι άνθρωποι
Κραυγάζουν.
Και
η κραυγή τους είναι μια απόγνωση μεγάλη.
Γι’
αυτό μητέρα, τους ανθρώπους, πρέπει να τους αγαπώ·
Πρέπει.
Όσο
για κείνη, που μου γύρισε την πλάτη, μητέρα
Για
κείνη πλέον δεν υπάρχω.
Γελώ,
μα απ’ εκείνη έμαθα, πως είναι να πεθαίνεις·
Να
μην υπάρχεις πουθενά.
Λεν
οι νεκροί, πως δικαιώνονται
Και
πως νικάνε.
Λεν
κι ότι γύρω μας βρίσκονται παντού.
Μητέρα,
το ξέρεις
Το
ξέρεις κι ας μη μου μιλάς
Το
ξέρεις κι ας με βλέπεις να υποφέρω.
Τα
μάτια μου είναι κλειστά, μητέρα
Σαν
ανεβαίνω ετούτα τα σκαλιά.
Σαν
είναι ματωμένο το φεγγάρι
Δεν
το θέλω
Αναφορά
πια
Θέλω
να δίνω μόνο στην χαρά
Τα
τελευταία σκαλοπάτια είναι όνειρα
Μυρίζουν γιασεμί και μαντζουράνα.
Είναι
που θα ρθει πάλι το πρωί
Κι η θέα μας μοναδική,
θα ειν’ απ’ τα ουράνιαΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ: ΟΙ ΕΛΕΓΕΙΕΣ ΤΟΥ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου