Απόβροχο
κι απομεσήμερο, ήταν που βρέθηκε ξανά στους δρόμους. Ήτανε όλα γύρω του υγρά·
κι εκείνος, με δακρυσμένα μάτια, προχωρούσε μέσα στην σχεδόν έρημη πλατεία. Χαιρέτησε
τους ταξιτζήδες, που περιμένανε στην πιάτσα τους πελάτες, στάθηκε για λίγη ώρα
εμπρός από του βιβλιοπωλείου την βιτρίνα, λίγη ακόμη, εμπρός απ’ την βιτρίνα
του παλιού ραφτάδικου και πήρε τον δρόμο προς την αγορά. Ο ήχος της σειρήνας από
ένα πυροσβεστικό όχημα, τράνταξε την σιωπή εκείνων των στιγμών, δείχνοντας ότι
κάπου είχε πιάσει πυρκαγιά. Όπως άξαφνα ακούστηκε αυτός ο απότομος , ο ήχος, ο τραχύς,
τελείως διαφορετικά κι αργά, έσβησε. Η πυρκαγιά, θα ήτανε κάπου μακριά, σκέφτηκε
και συνέχισε να περπατά, επάνω στο στρωμένο με άσπρες πλάκες πεζοδρόμιο. Το βλέμμα του είχε καρφωθεί
πάνω στις πλάκες, προσπαθώντας μες στην γυαλάδα, που είχανε πάρει απ’ την βροχή,
να διακρίνει την μορφή του ή έστω την άκρη από την κλειστή του την ομπρέλα, που
την κουβαλούσε μαζί του εκείνη την ημέρα, σαν το απόλυτο αξεσουάρ μιας πορείας,
μέσα σε περιβάλλον βροχερό. Δεν έβλεπε απολύτως τίποτε, όμως συνέχιζε να κοιτάζει
χαμηλά, αγνοώντας γύρω του τους άστεγους, που του έτειναν το χέρι, τα παιδιά,
που κατέβαιναν από ένα στέκι νεολαίας και τους λευκοντυμένους αστυνόμους στις γωνίες, που περιμένανε πως
και πως, να τελειώσει άλλη τους μία βάρδια. Μπροστά σε ένα φούρνο ανοικτό, σταμάτησε·
μπήκε μέσα. «Δυο κουλούρια σουσαμένια, σας παρακαλώ», είπε στη νεαρή πωλήτρια. «Από
λευκό ή μαύρο αλεύρι;» ρώτησε εκείνη. «Από λευκό», της αποκρίθηκε, χαμογελώντας
της ευγενικά. Εκείνη του τα τύλιξε σε άσπρο λεπτό χαρτί, αφού τα επέλεξε πρώτα
από μια στοίβα από δαύτα, που υπήρχε πάνω στον μεγάλο πάγκο του καταστήματος. Ήτανε
όλα τους στρογγυλά και με πολύ σουσάμι κολλημένο πάνω του, κάτι που τα έκανε
λαχταριστά στο μάτι. Η πωλήτρια του πρόσφερε τα δυο τυλιγμένα κουλούρια, εκείνος
τα πήρε στο ένα του χέρι, ενώ με το άλλο της έδωσε τα χρήματα, πληρώνοντας έτσι
το αντίτιμο. Χαιρέτησε την ευγενική πωλήτρια· δεν δέχτηκε τα λίγα ρέστα, που
επιχείρησε εκείνη να του γυρίζει και βγήκε απ’ τον φούρνο. Ξετύλιξε τα κουλούρια.
Έδωσε το ένα στον ζητιάνο της επόμενης γωνίας και άρχισε να τρώει το άλλο. Μετά
δυο- τρεις δαγκωματιές, είδε να πετάνε γύρω του περιστέρια κρώζοντας τρυφερά
και παίζοντας με τον άνεμο. Ένιωσε μέσα
του μια λύπη. Λυπήθηκε τον εαυτό του· λυπήθηκε τους προγόνους· λυπήθηκε τις εποχές·
θέλησε την σκέψη κάπου να την γυρίσει·
απέτυχε. Έκοψε το υπόλοιπο απ’ το κουλούρι του κομμάτια και τα πέταξε στα
περιστέρια. Στάθηκε λίγο και τα κοίταζε, σαν είχαν πέσει όλα λαίμαργα και τρώγανε τα κομμάτια από
τα κουλούρια, ψίχουλο- ψίχουλο και σουσαμάκι- σουσαμάκι. Κι έπειτα τα δε να γυρίζουν
προς εκείνον και να τον κοιτάζουν . Θα έλεγε κανείς ότι προσπαθούσανε να του
πουν «ευχαριστώ». Ίσως το βλέμμα τους ήτανε το μοναδικό ευχαριστώ, που χε ακούσει
στην ζωή του και ας μην είχε στ’ αλήθεια ακουστεί. Το στόμα του γέμισε μ’ ένα
χαμόγελο πικρό. Άρχισε ξανά να περπατά, ακολουθώντας μια πορεία, που είχε εξ
αρχής χαράξει και που περνούσε από σημεία μες στην πόλη, που για εκείνον ήταν
σταθμοί σημαντικοί. Οι μελαγχολικές λόγω καιρού εικόνες, αντανακλούσαν, σαν από
θεία τύχη, τις σκέψεις που κυκλοφορούσαν στο μυαλό του. Το άγονο του παρελθόν·
ο έρωτας του, που τελικά ήτανε κάτι άλλο· οι νεκροί συγγενείς· οι φίλοι του,
που μετανάστευσαν· ένα φεγγάρι, που δεν πρόλαβε να δει μαζί της· μια ακρογιαλιά,
που δεν την περπατήσανε ποτέ αντάμα· και μια βροχή, όπου τους βρήκε κάτω απ’
τον ίδιο ουρανό· μα χώρια. Είδε το άγαλμα, που ήταν σε μια διασταύρωση να καίει·
είδε την αγορά κενή και σιωπηλή να τον κοιτάζει. Γύρω απ΄το μουσείο, υπήρχαν
μονάχα γκράφιτι στους τοίχους , που όσο και αν προσπαθούσανε κάτι να βρουν για
να του πουν, δεν το μπορούσαν, όντας η γραφή τους ανάκατη και επιμελώς αόριστη,
για να την καταλάβει. Η παλιά υπόγεια ταβέρνα, πια δεν υπήρχε, καθώς οι εποχές
που παρήλθαν από την εποχή της ύπαρξής της, απαιτούσανε πράγματα αρκούντως πιο
μοντέρνα. Στα όρια των πραγμάτων και της ζωής, στεκότανε η σκέψη του, στεκόταν
η ψυχή του· η ψυχή του, που κάνοντας κάποτε το πιο μεγάλο λάθος της ζωής του, της
την χάρισε. Το παραδέχθηκε το λάθος του· έ και; Κι αν την αγαπούσε· και αν την
αγαπούσε για πάντα, τι μ΄ αυτό; Η άρνηση
στον έρωτα, όταν υπάρχει, δεν έχει έλεος κανένα για να δώσει. Θύμωσε· θύμωσε με
την ζωή του· θύμωσε για την ζωή του. Θύμωσε με τον εαυτό του· άνοιξε το βήμα,
πηγαίνοντας προς το σπίτι του. Σταμάτησε μόνο εμπρός στην πέτρινη την βρύση της
γωνίας. Κάποια από τα κοχύλια, που είχε κολλήσει πάνω της σαν διακόσμηση, υπήρχανε
ακόμη. Θυμήθηκε πως ανακάτευε την άμμο με τσιμέντο και μ΄ ασβέστη και με αυτό
το υλικό σαν κόλλα, να κολλάει ένα- ένα τα κοχύλια, που είχε από τον γιαλό μαζέψει,
πάνω στην βρύση εκείνη· πάνω στην βρύση της γειτονιά του· στην βρύση των παιδικών
του χρόνων. Έπειτα έφτασε στο σπίτι του.
Δεν ήθελε να μιλήσει σε κανένα· δεν είχε δηλαδή και τι να πει, αφού φεύγοντας ο
μεγάλος έρωτας, πλέον μέσα του υπήρχε ένα τίποτα, ένα κενό- διότι, το έχουνε
αυτό οι έρωτες και συνηθίζουν να παράγουνε κενά, όταν αποχωρούν απ’ των ανθρώπων
τις ζωές. Έμεινα καθισμένος και αμίλητος για ώρα, στην μεγάλη την αγαπημένη του
την πολυθρόνα. Ύστερα πήρε απόφαση ν’ ανέβει
στην σοφίτα του σπιτιού του. Ανέβηκε και χάθηκε στο παρελθόν· παίρνοντας απ’
αυτό, τις στιγμές χαράς, που του χρωστάγανε άνθρωποι και ζωή και πεπρωμένο, γιατί
χωρίς αγάπη κι έρωτά, δεν υπήρχε μέσα του τίποτε. Έκτοτε να κυκλοφορεί στην πόλη,
δεν μπόρεσε κανένας να τον δει. Όταν κάποτε αποφάσισε ξανά να σεργιανίσει στα σοκάκια της, δεν τον εγνώρισε κανείς. Είχε
αλλάξει. Είχε αλλάξει πρόσωπο, βούληση και συνήθειες. Στόχος του ήταν η εκδίκηση
και το μόνο που έκανε, ήταν να δείχνει με το δάχτυλο, τα σίγουρα τα θύματά του.
Κι έπειτα να χαμογελά ειρωνικά, ανάβοντας ένα πούρο. Το πρώτο θύμα της μανίας
του, ήταν εκείνη· εκείνη που αρνήθηκε· εκείνη που αρνήθηκε να λάβει την αγάπη… Όμως
έχει και όρια ο ύπνος. Σαν ξύπνησε, κατάλαβε, πως ήτανε όλα ένα όνειρο- και η ζωή
του ήτανε κάτι διαφορετικό· πιο δύσκολο· κι ότι από τα όνειρα πολύ απείχε. Σηκώθηκε
απ΄ το μοναχικό του το κρεβάτι. Έβρεχε και εκείνο το απόγευμα. Για εκείνον έβρεχε
πια από τότε κάθε απόγευμα…
ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΛΛΟΓΗ ΠΕΖΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ: ΕΙΚΟΝΕΣ- ΕΝΌΤΗΤΑ: ΣΑΝ ΜΕΣΑ Σ' ΟΝΕΙΡΟ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου