Δημοφιλείς αναρτήσεις

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ " Ο ΕΡΩΤΑΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ"

16
      Νύχτωσε πια και τώρα το οπτικό μου πεδίο γέμισε με φώτα. Φώτα μικρά, φώτα μεγάλα, φώτα του καλοκαιριού. Εμπρός μου μια θάλασσα· μέσα της ταξιδεύει μια ψαρόβαρκα και προσπαθούν ο άνδρες που να πάνω της, να ρίξουνε τα δίχτυα μέσα τους, για να ψαρέψουν. Είναι σχετικά κοντά στην ακτή· μπορώ και τους βλέπω καλά. Στην ψαραγορά αύριο, θα έχει φρέσκο πράμα!
      Σηκώνομαι, φορώ το παρεό μου και περπατώ ξυπόλυτη πάνω στην λεπτή άμμο της παραλίας. Από πάνω της τα μαγαζιά, με τα τραπεζάκια τους παραταγμένα έξω. Κοιτάζω τα πόδια μου. Στον δεξί μου αστράγαλο, δεμένο ένα γούρι· ένα μικρό παράξενο κομποσκοίνι, που μου χε χαρίσει κάποτε εκείνος. Θυμάμαι…
      Θυμάμαι εκείνη την βροχερή ημέρα, που τον είχα καλέσει στο σπίτι μου για πρώτη φορά. Ήλθε κρατώντας στο χέρι του, ένα κουτάκι με γλυκά, ντυμένο σπορ. Ήθελα να του δείξω την εικόνα του Ιησού, που μόλις είχα τελειώσει· μετά θα την αποθήκευα. Για μένα ήταν κάτι ιερό, που μόνο εκλεκτοί θα πρεπε να την βλέπουν. Δεν ήταν τέχνη, αλλά ήτανε κάτι δικό μου, ήταν η ψυχή μου και την ψυχή μου πια την χάριζα μονάχα στις αξίες· οι εποχές της σπατάλης, είχανε πλέον παρέλθει.
      Μπήκε στο σπίτι μου, φιληθήκαμε στα μάγουλα, του έδειξα το σπίτι. Έκανε κάποια κομπλιμέντα για το γούστο μου. Τον ευχαρίστησα. Κάθισε στον καναπέ του σπιτιού. Κοίταζε αμίλητος τα φώτα της πόλης πίσω από το τζάμι της  μπαλκονόπορτας. Του πρόσφερα σφηνάκι με λικέρ· με ευχαρίστησε. Μετά κάθισα δίπλα του.
      «Έχεις κάτι;» τον ρώτησα.
      Συνέχιζε να ειν αμίλητος. Πήρα στο χέρι μου κι εγώ ένα σφηνάκι. Μηχανικά κοίταξα προς τα έξω κι εγώ. Τα φώτα της πόλης και μια σχετική ομίχλη, που λόγω της βροχής υπήρχε έξω παντού, δημιουργούσε μια ανάγκη, να στρέψεις προς τα κει τα μάτια. Εικόνα μελαγχολίας ή ο χειμώνας πριν απ τον χειμώνα.
      «Έρχεται ο χειμώνας!» του είπα.
      Γύρισε και με κοίταξε.
      «Ποτέ δεν την αγάπησα αυτή την εποχή· αγάπησα μόνο κάποιες στιγμές της. Όταν πήγαινα μικρός στον κινηματογράφο- συνήθως με τον πατέρα μου· ή όταν τα σχολεία έκλειναν και έμενα μέσα μοναχός, διαβάζοντας αγαπημένα μου βιβλία. Μικρός δεν ήθελα  να βγαίνω καθόλου έξω αυτή την εποχή. Μεγαλώνοντας με ικανοποιούσαν μόνο κάποιες εκδρομές στα βουνά, τα οποία μου άρεσε να φωτογραφίζω. Τώρα ψάχνω να βρω κάτι σε αυτή την εποχή για να την αγαπήσω. Ευτυχώς που υπάρχεις!» είπε τελειώνοντας και το βλέμμα του απέκτησε μια λάμψη και μια ακτινοβολία, τελείως διαφορετική.
      Δάγκωσα τα χείλη μου· κοίταξα να χέρια μου και τα δάχτυλα τους. Αμήχανη μεν, αποφασισμένη δε, έβαλα τα πόδια μου πάνω στον καναπέ και παίρνοντας την στάση του εμβρύου, ξάπλωσα με προσκεφάλι μου τα δυο του πόδια.
      «Σ αγαπώ!» του είπα και έκλεισα για λίγο τα μάτια μου.
      Εκείνος χάιδεψε τα μακριά μαλλιά μου. Κάτι τέτοιες στιγμές και όταν αγαπάς πραγματικά, νομίζεις ότι βρίσκεσαι στην αγκαλιά ενός Θεού. Γιατί η αγάπη έχει την δύναμη να θεώνει τους ανθρώπους. Έτσι αντικρίζουμε σαν μέσα σε ένα κάτοπτρο το ίδιο μας τον εαυτό, όταν κοιτάζουμε ότι αγαπάμε μέσα στην ζωή. Έτσι τελικά, βάζοντας τον σαν ένα στόχο, στόχευα κατευθείαν στην δική μου την καρδιά.
      Με τράβηξε πάνω του και με φίλησε· αφέθηκα στα χέρια του, σαν να ήμουνα στην αγκαλιά της πιο ζεστής θάλασσας του Αυγούστου. Όλα έγιναν αργά, με ένα τρόπο, που θύμιζε μια ιερή μυσταγωγία. «Αυτό πρέπει να ονομάζεται πργματικός έρωτας» σκέφτηκα.
      Στο τέλος μείναμε ξέπνοοι κι αγκαλιασμένοι πάνω στον  καναπέ του σαλονιού μου. Η αίσθηση ήταν  απίστευτη ακόμη και μετά το τέλος, γιατί τελικά στο τέλος μετριέται ο έρωτας..
      «Αν  ήξερες… Ποτέ δεν είχε περάσει απ το μυαλό μου, πως θα γινόταν κάποτε αυτό που μόλις ζήσαμε· ακόμη και αφού σε γνώρισα. Ο σεβασμός σε ότι αγαπάμε, μας κάνει να το αποδεχτούμε σαν κάτι που δεν πρέπει να το δοκιμάσουμε»
      Εκείνος με φίλησε στο στήθος και με πήρε στην αγκαλιά του.
      «Όλα έχουν σχεδιαστεί ώστε να γίνονται ακριβώς την ώρα που πρέπει. Το γιατί δεν το ξέρω. Είναι και αυτό το γιατί ένα άλλο είδος αποκάλυψης»
       Σηκώθηκα· τον τράβηξα από το χέρι και πήγαμε στην κρεβατοκάμαρα μου. Ξαπλώσαμε γυμνοί όπως ήμαστε μπρούμυτα στο μεγάλο μου κρεβάτι, ο ένας δίπλα στον άλλο. Του έδειξα την μεγάλη τηλεόραση, που είχα εκεί.
      «Εδώ μπορείς να βλέπεις τα κινηματογραφικά έργα που σου αρέσουν» το είπα
      Γύρισε και με κοίταξε χαμογελώντας.
     « Θα με κακομάθεις» είπε.
    «Αυτό θέλω κι εγώ» του απάντησα.
      Έπειτα ήλθε πάνω μου. Στην αρχή μου χάιδεψε την πλάτη, ενώ μετά συνέχισε με ένα μασάζ, που σχεδόν με υπνώτισε. Είχε ένα τρόπο να ακουμπά, όπου μετέτρεπε την επαφή σε μια απογείωση για ένα ταξίδι στον κόσμο των αισθήσεων. Γύρισα και τον φίλησα. Δέθηκα απάνω του σαν ένα καράβι σε ένα μόλο απάνεμο, την ώρα της πιο μεγάλης τρικυμίας.
      Έρωτας λοιπόν! Τι άλλο; Έρωτας που θα πρεπε να έχει γίνει πολύ καιρό πιο πριν. Έρωτας που θα χε γίνει σίγουρα  σε μια άλλη ζωή και πάλι.
      Μου μίλησε πολύ τρυφερά για το κορμί μου. Για τα πόδια μου, τα χέρια μου, το στήθος μου. Με απενοχοποίησε, δημιουργώντας στο μυαλό μου ένα κενό, στο σημείο που στο παρελθόν υπήρχαν μόνο τύψεις.
      «Δεν είναι πράγμα πρόστυχο ο έρωτας. Οι χυδαίοι τρόποι των ανθρώπων, γεννούν την προστυχιά» είπε και έδειξε το κορμί μου στον καθρέφτη της κρεβατοκάμαρας.
      «Είναι δικό σου· με αυτό γεννήθηκες και με αυτό θα ζήσεις. Δεν είναι πρόστυχα, αλλά πανέμορφο και πρέπει να το γνωρίζεις και να το αγαπάς»
      Μετά μου τράβηξε πίσω τα μαλλιά χαϊδεύοντας τα και με φίλησε στο λαιμό. Έκλεισα τα μάτια. Ξαπλώσαμε στο κρεβάτι. Κοιμήθηκα στη  αγκαλιά του· ένας διαφορετικός χειμώνας είχε μπει και για τους δυο μας.
      Ξυπνήσαμε το πρωί· ήταν αργία· ήταν η γιορτή της 28 Οκτωβρίου, που είχε ξημερώσει. Πρώτα μου χάρισε το πιο γλυκό χαμόγελο που μου χουνε ποτέ χαρίσει και μετά την πιο ζεστή αγκαλιά. Δεν είπαμε αμέσως κάποιες κουβέντες. Αφήσαμε την σιωπή να μας οδηγήσει. Έτσι δημιουργούνται οι μεγάλοι έρωτες.
      Ντύθηκα, φορώντας παντελόνι  τζιν και ελαφρύ πουλόβερ· ντύθηκε και εκείνος και ξεχυθήκαμε στους δρόμους της σημαιοστολισμένης πόλης, που ήταν γεμάτη κόσμο και που κυριαρχούνταν από ήχους εμβατηρίων για την επέτειο του «όχι». Όσο για μας, όλο και πιο πολύ πλησιάζαμε στο να γίνουμε ζευγάρι.
      Περιπλανηθήκαμε για κάμποσο στην πόλη, μέχρι που έφτασε το μεσημέρι. Σκέφτηκα να πάμε κάπου για να φάμε. Θα κέρναγα εγώ· του το ξεκαθάρισα, πως πάντα πια θα κέρναγα εγώ· ήμουν η οικονομικά ισχυρή του ζευγαριού. Εκείνος όμως είχε την ισχύ της ψυχής και μου το είχε πλέον αποδείξει, χιλιάδες φορές.
      « Μόνο να πάμε κάπου απόμερα· το κέντρο με την πολυκοσμία σήμερα, δεν μπορεί να μας προσφέρει την ηρεμία που ζητάμε» είπε.
      Συμφώνησα, καθώς αυτή την ηρεμία την ήθελα κι εγώ. Έτσι πήγαμε σε ένα μικρό εστιατόρια, αλλά με πολύ καλή κουζίνα, δυο δρόμους, μετά το πάρκο. Ένα ψιλόβροχο άρχισε ξανά να πέφτει, Απέναντι στο πάρκο, τα δέντρα είχανε πάρει το κίτρινο χρώμα, που ήξερε να τους χαρίζει το φθινόπωρο.
      Κοίταξα τα μάτια του· με κοίταξε στοργικά· κάτι που δεν το είχα προσέξει ποτέ στο παρελθόν. Μου γέμιζε νερό το ποτήρι, μου πέρναγε ψωμί όταν μου τέλειωνε. Μικρές λεπτομέρειες, που δεν θυμάμαι κανείς από τους εραστές μου κατά το παρελθόν, δεν συνήθιζε να τις τηρεί.
      Μετά με επιμονή δική μου δοκιμάσαμε ένα κρασί που μας πρότεινε ο μετρ του εστιατορίου. Τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας, ευχόμενοι υγεία ο ένας στον άλλο· και γελάσαμε και κοιτάξαμε έξω το ψιλόβροχο, που δημιουργούσε μικρές λιμνούλες με νερό, ενώ πολλά από τα κίτρινα φύλλα των δέντρων έπεφταν, δημιουργώντας το πρώτο κίτρινο χαλί του φθινοπώρου.
      «Σ’ αγαπώ, του ψιθύρισα, κάνοντας μια γκριμάτσα φιλιού με τα χείλη μου.»
      Χαμογέλασε· μετά πήρε το αριστερό μου χέρι και το φίλησε.
      «Ξέρεις, θέλω να ζήσω μαζί σου· θέλω να έλθεις και να δημιουργείς κοντά μου· και να σε φροντίζω· και μετά απ’ τη δουλειά μου, να σε βοηθάω»
      Ακούμπησε το κεφάλι του στο αριστερό του χέρι· κοίταξε πρώτα το τραπέζι και μετά εμένα. Χαμογέλασε χωρίς να ανοίξει το στόμα του καθόλου.
       «Είναι δύσκολο να με παρακολουθήσεις, τον τρόπο που εργάζομαι· σε προειδοποιώ. Δεν είμαι εύκολος άνθρωπος, γιατί δεν καταπιάνομαι με εύκολα πράγματα»
      «Τώρα πια σε ξέρω· η αποκάλυψη, μου έχει ήδη γίνει. Αλλά και η δική μου η μεταμόρφωση. Η Σαλώμη του παρελθόντος πλέον δεν υπάρχει. Υπάρχει κάποια άλλη, που βλέπει παλιές τοιχογραφίες και κλαίει, που βλέπει τον ουρανό και ταξιδεύει, που ακούει της θάλασσας το κύμα κι ονειρεύεται. Και ονειρεύεται εσένα· και δεν ντρέπεται πια που σου λέει: σ’ αγαπώ. Αυτό και μόνο φτάνει· και το ξέρω. Δεν είμαι ούτε μέγαιρα, ούτε πρόστυχη· είμαι απλά ερωτευμένη και πια ξέρω πώς να δείχνω σεβασμό στον έρωτα και να περιμένω και να αγωνίζομαι γι αυτόν.»
      Ήταν ένα ξέσπασμα μου. Ένα ξέσπασμα αγνό και ασυγκράτητο. Δεν είχε ρητορικά σχήματα από ξεσπάσματα μου, κατά το παρελθόν, αλλά είχε μόνο αλήθειες. Με την αλήθεια και την ταπεινότητα κατακτάς και το πιο απόρθητο στον κόσμο οχυρό. Και δεν υπήρχε πια περίπτωση να κάνω πίσω. Αυτόν το άνθρωπο δεν θα το χάριζα σε τίποτε.
      «Εντάξει! Θα ζήσουμε μαζί!» είπε και γύρισε τα μάτια του προς την βροχή.
      Όταν έπαιρνε αυτό το μελαγχολικό βλέμμα, με ένα γαλήνιο χαμόγελο στα χείλη του, τον ερωτευόμουν πιο πολύ. Κατάλαβα πως το μυαλό του κάτι έψαχνε· κάτι ανακάλυπτε. Κάτι που θα το μεταμόρφωνε και θα το παρουσίαζε μετά σαν τέχνη. Γι αυτό τότε δεν μιλούσα, διαμορφώνοντας τον δικό μου κώδικα σιωπής, που αναζητούσε τον δικό του. Ο έρωτας έχει τους δικούς του κώδικες, που μόνον οι ερωτευμένοι μπορούνε να τους καταλάβουν.
      «Θα μπορούσα για ώρες ατελείωτες να κοιτάζω ετούτη την βροχή με σένα δίπλα μου. Όταν πέφτει η βροχή, δημιουργεί μια άλλη ατμόσφαιρα. Όταν ήμουν μικρός και έβρεχε, κόλλαγα το πρόσωπο μου πάνω στο τζάμι του παραθύρου που υπήρχε στο δωμάτιο μου. Έτσι έμαθα να αγαπώ. Και ο ήχος της βροχής βοηθούσε, γιατί μέσα του έχει πάντοτε κάτι διαφορετικό. Πότε θυμίζει κύματα που σπάζουν, πότε νερό που κυλάει σε μεγάλους τσιμενταύλακες ποτιστικούς και πότε τον ήχο από ένα μικρό ρυάκι μες το δάσος. Διαλέγεις ήχο  και ταξιδεύεις στο όνειρο όπου αντιστοιχεί. Άντε μετά να σε καταλάβει ο κάθε αναίσθητος άνθρωπος.»
      Μίλησε με πολύ παράπονο. Μετά ήπιε λίγο από το κρασί του.
      «Θέλω να μου λες τι σου συμβαίνει, να μου μιλάς! Θα κάνω κι εγώ το ίδιο. Αρκετό χρόνο χάσαμε μιλώντας για μας με ανθρώπους που δεν έπρεπε» του είπε, προσπαθώντας να μπω μες την ψυχή του.
      «Έχεις δίκαιο, τα τελευταία χρόνια, έχω γίνει πολύ εσωστρεφής ή μάλλον με έκανε έτσι η ζωή. Είσαι ο μόνος άνθρωπος, με τον οποίο συζητώ. Τελικά Τάνια οι λόγοι για να φοβάται τους ανθρώπους κανείς, δεν τελειώνουνε ποτέ.»
      «Μην ξεχνάς, σου χρωστάω και μια εξομολόγηση. Εσύ μπροστά μου, από την αρχή ήσουν βιβλίο ανοικτό, ενώ εγώ ήμουν αυτή που πάντοτε κρυβόμουν και πάντα αμφισβητούσα.»
      «Τάνια, έχω κι εγώ τον μαύρο εαυτό μου, όπως τον έχουμε όλοι μας· και τον πολεμάω καθημερινά· συνεχώς· χωρίς σταματημό. Μάχη μαύρου και λευκού· μια μάχη που γίνεται σε όλων των ανθρώπων τις ψυχές και θέλει δύναμη μεγάλη, για να ξεφύγει κανείς από αυτή. Προσπαθώ· τώρα το πετυχαίνω πιο συχνά. Το πρώτο βήμα είναι η αποδοχή μιας αδυναμίας ή το τέλος του εγωισμού. Όσο για την αμφισβήτηση, αυτή πρέπει να υπάρχει πάντοτε, γιατί γεννά το νέο και την αλλαγή.»
      Μίλησε με μεγάλη ηρεμία, κάνοντας με να ανασάνω με κάποια ανακούφιση  και να χαμογελάσω, πιο πολύ από αμηχανία, αλλά όμως κι από χαρά, καθώς βρήκα στα λόγια του, στον ήχο τα φωνής του, να κρύβεται αυτό που λένε κατανόηση.
      Έξω συνέχιζε το ψιλόβροχο να υπάρχει, ενώ άρχιζε να μειώνεται και το φως.
      «Θέλεις να φύγουμε;» τον ρώτησα.
      «Αν το θέλεις και συ, ναι.»
       Πληρώσαμε και βγήκαμε απ’ το εστιατόριο. Περπατήσαμε στην βροχή. Κάναμε περάσματα κάτω από μπαλκόνια πολυκατοικιών και τέντες καταστημάτων, ώστε να προστατευτούμε λίγο. Μα πιστεύω, πως και οι δυο μας τελικά επιδιώκαμε να βραχούμε παίζοντας ένα παράξενο ερωτικό παιχνίδι.
      Κινηθήκαμε προς το σπίτι μου. Όταν φτάσαμε εκεί, πετάξαμε τα βρεγμένα ρούχα από πάνω μας. Εγώ βρήκα στην ντουλάπα κάτι μεγάλες πετσέτες, με τις οποίες τυλιχτήκαμε. Έκαμα δυο κούπες ζεστό Γαλλικό καφέ. Ακούμπησα τις κούπες πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού μου. Μόλις καθίσαμε και οι δυο και το πρόσωπο του ενός βρέθηκε απέναντι στο πρόσωπο του άλλου, έτσι, δεν ξέρω το γιατί, αρχίσαμε και οι δυο να γελάμε δυνατά και ασυγκράτητα. Μετά αφέθηκα στην αγκαλιά του. Τελικά ήτανε και αυτό κάτι που μου έλειπε σε όλη μου την ζωή. Ακόμη και όταν έκανα έρωτα με τους κάποτε εραστές μου, ποτέ δεν αφηνόμουν σε κανενός την αγκαλιά. Φοβόμουν, δεν εμπιστευόμουν, δεν πίστευα. Ακόμη και η ερωτική πράξη, για να αποδώσει την αξία της, χρειάζεται αγκαλιά και πίστη.
      «Σε πιστεύω σαν άνθρωπο. Ακόμη και την μαύρη, την κλειστή πλευρά σου και αυτή την πιστεύω· γιατί είναι προιόν μιας ήττας, που αποδέχεται την μοίρα της και δεν γυρνά ξανά, γυρεύοντας εκδίκηση. Ξέρω πολλούς ανθρώπους, που το μαύρο στην ψυχή τους επιστρέφει, γυρεύοντας εκδίκηση ακόμη και μετά από μεγάλες ήττες» του είπα με χαλαρή φωνή, ενώ είχα ακουμπήσει τα πόδια μου στο τραπεζάκι, που ήτανε εμπρός μας και είχα γύρει το κεφάλι μου απάνω στον δικό του ώμο.
      Μου χάιδεψε τα μαλλιά, έδειξε πως καταλαβαίνει.
      «Ακόμη και την πίστη την μαθαίνουμε τελικά, ενώ πρέπει να είναι κάτι το αυτονόητο· είναι από τα ελαττώματα, που έχει τούτη η ζωή. Ήμουν παιδί της εκκλησίας και όχι την κομμάτων. Μετά έφυγα· αποστάτησα· και έκανα καλά, γιατί έμαθα και την άλλη πλευρά μίας αλήθειας, που όλους τους βολεύει, με τις συμφωνίες της, με τις διφωνίες της, με τις απαγορεύσεις της και πρώτα απ’ όλα με τους δικούς της αρχηγούς. Τελικά προτίμησα μια δικιά μου αλήθεια, γυρίζοντας στις αρχικές φιλοσοφίες και του Ιησού και του Μάρξ και των λοιπών σοφών ανθρώπων. Τελικά πιστεύω, πως τίποτα δεν πρέπει να πετάμε. Όπως είπες και συ πρέπει να αμφισβητούμε και να αναλύουμε.»
      Κάθισα πάνω στα πόδια του· έφερα το πρόσωπο μου απέναντι στο δικό του και του έδωσα ένα γρήγορο φιλί. Μετά έγειρα πάνω στον ώμο του, απολαμβάνοντας την αίσθηση του δέρματος του και κοιτάζοντας κάποια απ’ τα οστά της ωμοπλάτης του, που προεξείχαν, δημιουργώντας ένα παράξενο ανάγλυφο, που μου θύμισε μια περιοχή με λόφους, εύφορες κοιλάδες και μικρά ποτάμια· δάκρυσα. Με τα χέρια μου μάζεψα τα δάκρυα για να μην τα δει, ενώ εκείνος με τα δικά του χέρια, μου χάιδευε ήρεμα την πλάτη.
      Ξαφνικά πετάχτηκα επάνω· τον τράβηξα από το χέρι.
      «Έλα να σου δείξω κάτι» του είπα.
      Με ακολούθησε στο άλλο δωμάτιο. Άνοιξα ένα ντουλάπι και πήρα την εικόνα του Ιησού, που την είχα τυλιγμένη με ένα κόκκινο πανί· τράβηξα το πανί και του την έδειξα.
       «Πέντε χρόνια έκανα να την τελειώσω. Την είχα ξεκινήσει πριν καν σε γνωρίσω, αλλά είχα σταματήσει καθώς δεν μπορούσα να ορίσω το βλέμμα, που έπρεπε να έχει. Όταν πήγαμε στην αρχαία εκκλησία, ένιωσα πως μου είχε γίνει μια μεγάλη αποκάλυψη. Είδα το βλέμμα του· στο είχα πει. Γύρισα λοιπόν και τελείωσα την αγιογραφία. Δεν πρόκειται ξανά να αγιογραφήσω κάτι. Μια φωνή με σταματά. Και μόνο σε  σένα την δείχνω. Δεν αξίζει κανείς άλλος μέχρι τώρα να γνωρίσει αυτό το βλέμμα· μόνο εσύ.»
      Πήρε την εικόνα και την κοίταξε· με τα δάκτυλα του χάιδεψε λίγο το ξύλο και το λούστρο της. Εγώ κοιτάζοντας μια την εικόνα και μια εκείνον, έβλεπα εμπρός μου, άλλη μια αποκάλυψη. Το βλέμμα του, το βλέμμα του Ιησού στην εικόνα, σχεδόν συνέπιπταν. Δεν ξέρω αν άλλαξε το βλέμμα εκείνου ή της ζωγραφιάς μου, άλλα όσο κοίταζα το ένα και όσο κοίταζα μετά το άλλο, όλο και πιο όμοια τα έβρισκα· γύρισα το κεφάλι μου αλλού.
       Εκείνος τύλιξε την εικόνα ξανά και μου την έδωσε. Την τακτοποίησα μέσα στο ντουλάπι, αφού πρώτα την φίλησα. Μετά πήγα ξανά κοντά του.
      «Όμορφη η αγιογραφία που έκαμες και το βλέμμα είχε κάτι πολύ παράξενο. Νόμιζα ότι από όποια μεριά κι αν έβλεπα αυτό το βλέμμα, ήτανε καρφωμένο πάνω μου· και η γαλήνη και το παράπονο υπήρχε παντού.»
      Έπεσα στην αγκαλιά του. Εκείνος με πήρε στα χέρια του· με πήγε στο κρεβάτι και με ξάπλωσε. Μετά με γύμνωσε ανοίγοντας την πετσέτα με την οποία ήμουν τυλιγμένη.  Με κοίταζε, εξετάζοντας κάθε σπιθαμή του σώματος μου και χωρίς καθόλου να μιλά. Πήρε το αριστερό μου χέρι· το φίλησε, το έβαλε πάνω στο στήθος μου, εκεί που είναι η καρδιά· ενώ εγώ κοίταζα το νταβάνι του δωματίου, που έμοιαζε με ανοικτό και έναστρο ουρανό. Έπειτα κρατώντας πάντα το αριστερό μου χέρι, ξάπλωσε σχεδόν χωρίς καν να αναπνέει  δίπλα μου, κοιτάζοντας το νταβάνι και αυτός. Ίσως να κοίταζε κι αυτός τα ίδια αστέρια με εμένα.
      Εκεί μείναμε κάμποση ώρα· ίσως να έπρεπε για πάντα να είχαμε μείνει εκεί· κοιτάζοντας κάτι που δεν υπήρχε ή κάτι που υπήρχε πάντα και θα υπάρχει και μετά από εμάς· και σκεπάζει  και βουνά και κάμπους και θάλασσες πονηρών καλοκαιριών.
      Δεν ξέρω τι έκανε, δεν μιλούσε. Εγώ σκεφτόμουν τα γιατί, τα χρόνια που χάθηκαν, τους Αύγουστους, τα καλοκαίρια· σκεφτόμουν τις απορρίψεις και τα όχι. Γιατί τελικά οι μάχες με το μαύρο, στοιχειώνουν ακόμη και τις πιο μαγικές στιγμές· και ενώ πρέπει να τα δώσεις όλα μια κλοτσιά και να περάσεις στη νέα σου ζωή, συνεχίζεις να μάχεσαι με την μαύρη σου πλευρά, αντιμετωπίζοντας, αρνήσεις, τύψεις και εφιάλτες.
      Έπρεπε να κλάψω· δεν μπόρεσα. Άφησα το χέρι μου ελεύθερο μέσα στο δικό του. Μετά κι εκείνος το άφησε να πέσει και να αναπαυθεί επάνω στο σεντόνι του κρεβατιού, μαζί με το υπόλοιπο μου σώμα.
      Εκείνος τότε σηκώθηκε. Πήγε εκεί που είχαμε ακουμπήσει τα ρούχα μας για να στεγνώσουν. Ντύθηκε· ήλθε κοντά στο κρεβάτι. Φίλησε το στήθος μου και έφυγε.
      Μετά λίγο άκουσα την εξώπορτα νε κλείνει. Τότε έκλαψα. Γύρισα πάνω στο μαξιλάρι μου και έκλαψα πολύ. Τον είχα αρνηθεί για άλλη μια φορά. Εγώ που τόσο πολύ τον αγαπούσα. Εγώ που δεν μπόρεσα ποτέ να ξεπεράσω το εγώ μου.



 ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου