18
Μπήκα μέσα στο σπίτι μου·
έξω είχε αρχίσει να χιονίζει. Εκμεταλλεύτηκα την ζέστη του σπιτιού, για να πετάξω
τα βαριά τα ρούχα του χειμώνα από πάνω μου και να αισθανθώ πιο άνετα. Χώθηκα
κάτω από τα σκεπάσματα του κρεβατιού μου. Δεν πείναγα, παρότι είχα αρκετές
ώρες, χωρίς να έχω φάει κάτι. Προσπάθησα να κοιμηθώ, ενώ έξω πλέον χιόνιζε- το
είχε χοντρύνει κιόλας· κοιμήθηκα.
Ο ύπνος αν δεν υπήρχαν τα όνειρα, θα ήταν
κάτι το πολύ απλό. Όμως τι στην ζωή μας είναι απλό; Όλη η ζωή τελικά, είναι
χτισμένη επάνω σε μια ατέλειωτη πολυπλοκότητα. Έτσι για να μπερδέψουν ότι απλό
υπάρχει μες τον ύπνο, εμφανίζονται ξαφνικά τα όνειρα. Συνήθως δεν θυμάμαι τα
όνειρα μου, όμως εκείνα τα δυο όνειρα που είχα δει εκείνο το κρύο μεσημέρι, δεν
θα τα ξεχάσω ποτέ μου.
{ Είδα τον εαυτό μου, ντυμένο με στολή,
να ανεβαίνω επάνω σε ένα λόφο. Κακός ο χωματόδρομος επάνω στον οποίο περπατούσα,
γεμάτος με σκόνη και με πέτρες. Πίσω έδυε ο ήλιος… Είχα αγχωθεί να φτάσω μέχρι
την κορυφή, πριν εκείνος δύσει εντελώς. Ήμουν ιδρωμένη και νευρικά
κλοτσούσα κάποιες από τις πέτρες, που με
δυσκόλευαν στο περπάτημα. Στα πόδια μου φορούσα χονδρά στρατιωτικά άρβυλα, ενώ
από την ζώνη μου, κρεμόταν ένα μεγάλο μαχαίρι. Όσο ανέβαινα, τόσο πιο πολύ
αγωνιούσα. Κάποια στιγμή, είδα την κορυφή. Ένας σταυρός στο μέγεθος ανθρώπους,
ήτανε καρφωμένος στο πιο ψηλό σημείο. Τα τελευταία μέτρα τα έκανα τρέχοντας. Μόλις
έφτασα αγκάλιασα τον σταυρό. Κοίταξα ψηλά· στον σταυρό επάνω δεν υπήρχε
κανείς. Ανάπνευσα με ανακούφιση· κοίταξα τον ουρανό· ήτανε πεντακάθαρος, με
λίγα μικρά συννεφάκια που υπήρχαν, να έχουν μαζευτεί και απλωθεί στα όρια του ορίζοντα. Εκείνη την
στιγμή ο ήλιος περνούσε ακριβώς από τα όρια εκείνα, για να ταξιδέψει στον δικό
του άλλο κόσμο. Τότε άκουσα κάποιον να μου φωνάζει:
«Σκότωσε τον, τι περιμένεις, νυχτώνει!»
Τρόμαξα· έπιασα το μαχαίρι μου
«Ποιόν;» ρώτησα.
« Εμένα!» ακούστηκε η φωνή εκείνου.
Γύρισα προς το μέρος από όπου άκουσα
εκείνη την φωνή και τον είδα σιδηροδέσμιο πάνω σε μία οριζόντια πλάκα, που δεν
την είχα προσέξει όταν ανέβηκα.
«Τι περιμένεις; Κάρφωσε μου το μαχαίρι
στην καρδιά» μου είπε.
Τα χέρια μου έτρεμαν, έκανα ένα βήμα
πίσω.
«Δεν μπορώ» ψέλλισα.
«Πρέπει! Μόνο υπηρετώντας και χαρίζοντας
τον θάνατο κερδίζεις στην ζωή» φώναξε. }
Τότε ξύπνησα·
τα μάτια μου ήταν υγρά και έτρεμα.
«Όνειρα», σκέφτηκα « εφιάλτες χωρίς όρια
και ντροπή, που με τον τρόπο τους, σχολιάζουν την ζωή μας» και αφού κοίταξα
λίγο από το παράθυρο το χιόνι που έπεφτε έξω, γύρισα από την άλλη πλευρά του
κρεβατιού. Κοιμήθηκα ξανά· ένα άλλο όνειρο, μου χτύπησε την πόρτα.
{ Και πάλι φορούσα
στολή. Αυτή την φορά την ήξερα καλά· ήταν στολή στρατιώτη. Στα χέρια
μου είχα ένα όπλο, από εκείνα που χρησιμοποιούν οι ελεύθεροι σκοπευτές με την
διόπτρα. Αυτό το όπλο είχε μια διαφορά από τα υπόλοιπα όπλα και αυτή ήταν οι
σφαίρες του, που ήτανε απεριόριστες.
Και στο αυτί μου, μια φωνή, σαν ενός
αξιωματικού, μου υποδείκνυε στόχους, λέγοντας: «σκότωσε εκείνον, μετά τον
άλλον, μετά τον επόμενο…» Και εγώ απλά εκτελούσα διαταγές και ανθρώπους, χωρίς
δισταγμό και ερωτήσει περιττές.
Κινούμουν μέσα σε μια πόλη βομβαρδισμένη
και γεμάτη με ερείπια μεγάλων κτιρίων. Και σκότωνα χωρίς δισταγμό, χωρίς να
εξετάζω καν αν τα θύματα μου ήταν γυναίκες, άνδρες, ψηλά, κοντά ή όμορφα. Πάτημα σκανδάλης και θάνατος, μέσα σε μια
αρμονία που δημιουργούσε, αυτό που λέμε απόλυτη υπακοή.
Ξαφνικά άρχισε να φυσάει δυνατός αέρας
και ο ήλιος, να γίνεται κόκκινος· ενώ κάτι σύννεφα στενόμακρα και
πολύχρωμα, πέρναγαν από μπρός μου.
Σταμάτησα και κοίταξα προς τον ήλιο.
Σκούπισα τον ιδρώτα, που έπεφτε στα μάτια μου. Πέταξα ένα κράνος που φορούσα
από το κεφάλι μου και έβαλα το χέρι επάνω στα μαλλιά μου.
Άνθρωποι- στόχοι γύρω μου πλέον δεν
υπήρχαν·
ανάπνευσα κάπως, λαμβάνοντας λίγο σκονισμένο αέρα. Απέναντι ένα κτίριο ακόμη
ξαφνικά κατέρρευσε κάνοντας πιο ομοιόμορφο το τοπίο με τα ερείπια.
Ξαφνικά άκουσα και πάλι την φωνή.
«Σκότωσε τον!» είπε.
Σήκωσα το όπλο και έβαλα το μάτι μου στην διόπτρα. Κοίταξα από μέσα της και είδα
εκείνον να στέκεται απέναντι μου, άοπλος και χαμογελαστός, κοιτώντας που και
που τον ουρανό.
«Σκότωσε τον!» είπε ξανά η φωνή.
Το χέρι μου έτρεμε·
ήτανε άοπλος και ήμουν παντοδύναμη· κάποιο κακό δεν μου είχε κάνει και
ήξερα ότι ποτέ δεν αστοχούσα. Το δάχτυλο μου χάιδεψε την σκανδάλη, μα κατέβασα
το όπλο.
«Δεν μπορώ» είπα.
«Πρέπει να τον σκοτώσεις·
μόνο υπηρετώντας και χαρίζοντας τον θάνατο, κερδίζεις στην ζωή» μου φώναξε.
Σήκωσα ξανά το όπλο μου, τον έβαλα στον
στόχο…}
Μετά ξύπνησα·
δεν άντεχα άλλο· αυτός ο ύπνος, μου είχε γίνει μαρτύριο ή μια
πλατφόρμα πληροφοριών, που δεν μπορούσα να καταλάβω.
Πήγα στο μπάνιο και μπήκα κάτω από το
ντουζ. Η υγρασία και η ζέστη του λουτρού, με ηρέμησαν κάπως. Ήμουν αρνητική,
ήμουν αδιάφορη, ήμουν προκλητική, ήμουν
υπεροπτική και κτητική, μα δεν ήμουν δολοφόνος· ή μήπως κάτι τέτοιο
πήγαινα να γίνω και μέσα από τον ύπνο η συνείδηση μου, προσπαθούσε να με
προλάβει;
Τέτοια σκεφτόμουν κάτω απ’ το ζεστό νερό,
μέχρι που αυτό τελείωσε. Ντύθηκα με το παχύ μπουρνούζι μου και βγήκα στο
σαλόνι. Κάθισα σε μια πολυθρόνα και κοίταζα έξω το χιόνι που έπεφτε και έκανε
τις στέγες των σπιτιών λευκές. Ήδη είχε νυχτώσει και οι νιφάδες έκαναν παιχνίδι
με τους φανοστάτες της νυχτερινής πόλης.
Κι εγώ συνέχιζα να σκέφτομαι. Σκεφτόμουν
εμένα και τα παιδικά μου χρόνια, που ξεκίνησαν με ποιητικά ονείρατα μιας καρδιά
από ένα κοριτσάκι του δημοτικού και συνεχίστηκαν με μια προσπάθεια απόκτησης
της απόλυτης ευχαρίστησης στα χρόνια, που ήλθανε μετά.
«Γιατί να αλλάζουμε σαν άνθρωποι;»
σκέφτηκα
Εποχές, συναναστροφές, μόδες και τύχη:
παράγοντες αλλαγών, παράγοντες αρνήσεων. Αρνήσεων για μένα να δω το πίσω μέρος
της λογικής, την ομορφιά, την ποίηση και τον έρωτα στην ταπεινή και ρεαλιστική
μορφή του.
Αυτό το χιόνι ήτανε ότι χρειαζόμουν
εκείνη την στιγμή. Είχε έλθει όταν έπρεπε, για να μου χαρίσει ήρεμες και
ζωντανές εικόνες, αλλά και για να με κρατήσει μέσα. Εκείνο το βράδυ, δεν
κοιμήθηκα, αλλά μαζί του έκανα παρέα. Γιατί και η απομόνωση και οι σκέψεις,
θέλουνε κι αυτές παρέα.
Το πρωί πήγα στη δουλεία και παρά την
αυπνία της προηγούμενης βραδιάς, έδειχνα μια ανεξήγητη ενεργητικότητα. Και έτσι
συνεχίστηκε η ζωή μου και τον επόμενο καιρό. Σπίτι, δουλειά και αναζήτηση του
εαυτού μου, παρέα με άλλα ερωτήματα, για εκείνον, για την ξανθιά καλλονή που
τον συνόδευε·
δεν θα αργούσε όμως ο καιρός, όπου θα μάθαινα τα πάντα και για κείνη.
AΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου