ΌΝΕΙΡΟ
ΜΈΣΑ ΣΕ ΘΆΛΑΣΣΑ ΖΕΣΤΉ
Βρέθηκα
να κολυμπώ, μέσα σε μία θάλασσα καυτή·
και στα βαθιά της. Δίπλα, μαζί μου,
κολυμπά, μια νεαρή γυναίκα. Θάλασσα
ήρεμη, μοναχική, κάπου στα νότια της
Αραβίας. Στην άκρη του ορίζοντα, μία
στεριά· προς
τα εκεί κολυμπάμε·
προς τα εκεί ελπίζουμε. Ερχόμαστε κοντά·
όλο και πιο κοντά ο δυο μας. Πιο κοντά
προς την ακτή, μια σκούρα εντελώς γραμμή,
υπάρχει μπρος της. Σκούρα γραμμή, που
όσο πλησιάζουμε, φαρδαίνει, γίνεται
άνθρωποι, γίνεται άνθρωποι, που κολυμπούν
- σώματα ένα πλάι στο άλλο·
σώματα χιλιάδες, σαν μυρμήγκια, σαν
πρωτοχρονιάτικες ευχές, από αυτές, όπου
δεν πιάνουν... Πλησιάζουμε το πλήθος,
αυτό με φοβίζει·
αναρωτιέμαι, αν θα μπορέσει και για μένα
να βρεθεί, ένας μικρός διάδρομος, ένα
πέρασμα προς την αθανασία, στοιχειώδες
- κοιτάζω δίπλα μου·
εκείνη με ακολουθεί καθώς φτάνουμε και
μπαίνουμε στην μάζα των ανθρώπων.
Άνθρωποι κάθε χρώματος·
άνθρωποι, όπου χρώματα αλλάζουν και που
να επιπλέουν προσπαθούν, χωρίς να
ακουμπάνε - το νερό, πάντα ζεστό κι εκείνη
κι εγώ, με ελιγμούς να προσπαθούμε να
σωθούμε. Οι άνθρωποι μας μιλούν·
μας μιλούν ευγενικά, χρησιμοποιώντας
μια διάλεκτο όμοια Αραβική - είμαστε
πλέον μες στην μάζα·
από τα μάτια μου την χάνω... Δίπλα μου,
άνθρωποι·
κάτω μου, ένα μυστήριο κενό, γεμάτο με
νερό κι αλάτι·
σκέφτομαι, το που να πήγανε τα ψάρια·
τα ψάρια τα μεγάλα, που τρέφονται με των
ανθρώπων σάρκες· φοβάμαι. Φοβάμαι και
ξυπνώ. Φοβάμαι και ξυπνώ μες στον ιδρώτα·
κλαίω. Κλαίω, γιατί δεν πρόλαβα να φτάσω
στην ακτή· να φτάσω εκεί μαζί της.
Σηκώνομαι απ' το κρεβάτι μου· λίγο νερό
απ' το ψυγείο και ένα πορτοκάλι, σώζουν
- έξω φυσά ακόμη άνοιξη· ή η Αραβία, θα
είναι πάντα από μένα μακριά.
AΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΉ ΣΥΛΛΟΓΉ: ΚΊΤΡΙΝΗ ΒΡΟΧΉ
ΑΠΌΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΊΝΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου