ΗΜΕΡΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ
Ένα
μπαλκόνι στον αέρα ταξιδεύει·
πάνω του μια κοπέλα, κοιτάζει μ' αγωνία
το κενό. Στα γυμνά της μπράτσα, είναι
ζωγραφισμένα δύο φύλλα. Σε μια στιγμή
αυτά τα φύλλα ξεκολλούν, γίνονται
σύννεφα, πετούν και ταξιδεύει και αυτό
παράλληλα με το μπαλκόνι, δίνοντας στην
σκηνή απίστευτο ενδιαφέρον: θα γίνουν
μια βροχή τα σύννεφα; θα πέσει το μπαλκόνι;
Τι απ' τα δύο πρώτα θα συμβεί; Και η
κοπέλα; Θα χαθεί κι αυτή στο άγνωστο ή
θα πετάξει; Κι ειν' η κοπέλα π' αγαπώ -
χτυπά με δύναμη η δόλια μου καρδιά· κι
έχει κι αέρα κι εμπρός από τα σύννεφα
κι εμπρός απ' το μπαλκόνι, κάνει την
πρώτη της εμφάνιση μια βάρκα - ο βαρκάρης
της, ζητά απεγνωσμένα κάποιο νόμισμα ή
έστω ένα χαϊμαλί, για να συγκρατηθεί
και για να μην φωνάζει - ο υπόλοιπος ο
ουρανός ειν' καθαρός και ειν' ημέρα
Κυριακή ή κάτι που της μοιάζει. Ο βαρκάρης
φωνάζει· τα σύννεφα, σύννεφα παραμένουν·
μα η κοπέλα απ' το μπαλκόνι της βουτάει
στο κενό - μια ταραχή, το "είναι"
μου όλο διατρέχει - κι όμως, η κοπέλα
κάνει τα χέρια της φτερά· και απ' τον
κόσμο τον κακό, μακριά μπορεί και φεύγει
- πράγματι, ειν' μέρα Κυριακή ή κάτι που
της μοιάζει.
AΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου