ΟΙ
ΑΝΕΜΟΜΥΛΟΙ
Δεκάλεπτα
σιγής εντός απαγορευμένου χρόνου, που
τον έλεγχε ένα μάτι τεράστιο·
είχε φωνή κι έδινε οδηγίες, ετοίμαζε
και βροχή ο ουρανός, επίσης φυσούσε,
γιατί μια καταιγίδα σκέτη εντελώς, έχανε
σε αξία πώλησης - Εκείνος, θα ερχότανε
από βδομάδα και όλοι φροντίζαν και
ντυνόταν καρναβάλια·
δεν ματαείδα στην ζωή μου τόσες πολλές
στολές, όμως με πρόσωπο, το ίδιο - την
προηγούμενη φορά, δεν πρόλαβα να Τον
προϋπαντήσω∙
γι' αυτό έλαβα την πιο μεγάλη τιμωρία:
περιστοιχιζόμουν από ηλιθίους (ίσως
τελικά ο ηλίθιος να ήμουνα εγώ)∙
πέρασε κι αυτό ή έτσι νόμιζα, άλλωστε
ότι νομίζουμε εμείς, είναι τα πάντα -
και από νύχτα σε νύχτα, οι πόλεις συνεχίζαν
να γλεντάνε, μιας και θέλει να έχει
κανείς μια εφευρετικότητα μεγάλη, για
να γιορτάζει, χωρίς να υπάρχει καν
γιορτή∙
εύκολο∙
οι γιορτές τότε, φτιαχνόταν μοναχά με
μία αίτηση - όπως και οι άγιοι, που
περισσεύαν, αλλά και οι ποιητές (άλλο
κακό κι αυτό - όμως ασήμαντο τελείως) -
σε χρόνους ύστερους βέβαια, οι άνεμοι
φυσούσανε για να παράγουν ρεύμα∙
οικονομία και καινοτομία, είπαν∙
και γέμισε ο τόπος ανεμόμυλους.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: ΚΙΤΡΙΝΗ ΒΡΟΧΗ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου