Σε λίγο, οι μεγάλοι λόγοι, θα λαμβάναν επιτέλους τέλος. Ήτανε η στιγμή για να εμφανιστώ. «Που πας;», με ρώτησε κι θεία
Όλγα, «Να αναμετρηθώ», της απάντησα και άρχισα να βαδίζω προς τα εκεί που
έπρεπε, ενώ ο αέρας είχε αρχίσει επιτέλους να φυσά από το νότο. «Σαν στο σπίτι
μου», σκέφτηκα κι άρχισα να μιλάω φωναχτά – δεν με άκουγε κανείς ή
προσποιούνταν. Όμως η προφητεία του ονείρου, έλεγε άλλα· έκρυβε βία· κι εγώ
ήμουν διαφορετικός. «Ή τώρα ή ποτέ;», μουρμούρισα κι άρχισα να σπάζω καθίσματα και να πετάω πέτρες στο
κοινό – ήταν αυτός ένας τρόπος, που ανακάλυψα κάποτε, για να παρακινώ τους
ασφαλείς, ν’ αλλάξουν χρόνο σκέψης. Ήτανε και η στιγμή, που έτυχε μέσα σε
μελαγχολικό Σαββατοκύριακο ζεστό και οι επιλογές ήτανε λίγες, αν και για επανάσταση,
πολλοί μιλούσαν· ύστερα βέβαια πηγαίνανε όλοι για κρασί παρέα – και το να πει
κανείς για τον Θεό· και το να πει κανείς και για την ιστορία· τα μάτια τους όμως,
προδίδανε μεγάλο φόβο…
ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου