Ενθυμούμαι κάποιες ημέρες
παρελθοντικές καλοκαιριού, δίπλα σε μία θάλασσα, κάτω απ’ τις δροσοσταλιές των
ενεργών κυμάτων – μαζί της, μαζί με την γοητεία του γυμνού κορμιού της. Στην
μία άκρη του γιαλού, υπήρχε ένας φάρος· τον κοίταζε καχύποπτα, θυμάμαι – είχε
ακούσει διάφορα, να λένε για τους φάρους: για μάγισσες, για στοιχειά και για
φαντάσματα. Δεν ήθελε να τον πλησιάζουμε κι απέφευγε να μου μιλά γι’ αυτόν. Της
άρεσε όμως μα μου μιλά για το μεγάλο κάστρο – είχα δε, φτάσει ν’ αρχίσω να πιστεύω, πως ήταν μια
βασιλοπούλα απ’ τα παλιά, που έτσι απλά επέστεψε… Ένα τατουάζ· ένα τόσο δα
μικρούλι λουλουδάκι, είχε ζωγραφισμένο, στην άκρη απ’ τον ένα της μαστό· σαν
ήθελε να την φιλήσω, μου το έδειχνε. Της άρεσε πολύ να την φιλούν – κάποια φορά
μου είχε πει, πως με το φίλημα ένιωθε σαν μικρό παιδάκι. Συνηθίζαμε να κάνουμε
τις βόλτες μας στην άκρη της θαλάσσης. Μυρωδιές ανάμικτες, από φύκια, αλάτι κι
ομορφιά· ψηλά στον ουρανό, τα σύννεφα άλλαζαν συνεχώς τα χρώματα. Στο στόμα μου
μια ρόγα από σταφύλι ζωντανό έλιωνε αργά αντάμα μ’ έρωτα το μέλι. Στα χέρια μου
ένα άγαλμα θεάς, φτιαγμένο από δέρμα έκαιγε συνεχώς και πιο πολύ. Πώς ολ’ αυτά
να τα ξεχάσω; Και πώς να μην θυμάμαι; Η επιστροφή συνεχίζεται…
ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου