Δημοφιλείς αναρτήσεις

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014

ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ

Τοίχοι γυμνοί, απομονωμένοι από τον άνεμο που τους χτυπά.
Τοίχοι ζωντανοί· τοίχοι όπου βιώνουνε μια αναντιστοιχία
Έργων και υποσχέσεων.
Ένα παντζούρι θορυβεί κλείνοντας απότομα, σαν να ναι μάτι, που φοβάται.
Από μέσα το παράθυρο είναι κλειστό· ασφαλισμένο· διαχωρίζοντας τον μέσα απ’ τον έξω κόσμο.

Σύντροφε, απ’ τους συντρόφους ηττηθήκαμε·
Στο είχα πει μόλις τους είδα, να φωνασκούν επιδιώκοντας ν’ αποφασίζουν μόν’ αυτοί.
Κι έπειτα αποχώρησα, γνωρίζοντας, πως μοναχά ο καθαρός αέρας ωφελεί·
Κι είχαμε σύντροφε καλές ιδέες.

Ήτανε ανηφορικός ο δρόμος μέχρι εδώ..
Μια επιλογή και δαύτη, για ν’ απέχεις
Από το προφανές της προστυχιάς των δρόμων
Όπου οι ήρωες δοξάζονται, μονάχα σαν πεθάνουν
Που ζωντανοί σαν είναι, γίνονται μάρτυρες  αρνήσεων
Μάρτυρες μαρτυρίων.

Το χειμωνιάτικο φεγγάρι εδώ, λάμπει κάπως παράξενα.
Λάμπει σαν να ναι κάτι άλλο· σαν να ναι μια απόσταση και ένα μέγεθος διαφορετικό τελείως
Που διακρίνει το απλό, το ταπεινό, από την λαμπερά φτιαγμένη λάσπη.

Αντίκρυ στην πλαγιά, υπάρχουνε πεζούλια
Φτιαγμένα με ξερολιθιές, που συγκρατούν το χώμα.
Υπάρχουμε πολλά πεζούλια
Και χώμα κι αγριόχορτα.
Τα αγριόχορτα, πνίγουνε το χώμα· μεγαλώνουν· γίνονται κάτι τεράστιο· δεν είναι αγριόχορτα
Όπως και κάθε τι που γιγαντώνεται, δεν ειν’ αυτό που λέει.

Κάποιοι εδώ, μιλούν για αμαρτίες· οι αμαρτίες συγχωρούν και συγχωρούνται.
Σαν συγχωρεί ένας αμαρτωλός, τότε Θεός υπάρχει
Και τις νύχτες οι Άγιοι, περιφέρονται τριγύρω σαν σκιές –
Έν’ απ’ τα τελευταία βράδια, είδα κι εγώ μια σκιά· την ακολούθησα
Κατέβηκα μαζί της σ’ ένα κάμπο· ήπια νερό απ’ την πηγή μιας δημοσιάς
Έκοψα τα τελευταία τα κιτρινισμένα  φύλλα μιας μουριάς· την άφησα γυμνή·
Γυμνή σαν μια αγάλματος γυναίκα
Ή σαν την πρώτη  αμαρτία κάθε αγοριού
που βιάζεται πολύ να μεγαλώσει.

Η σκιά ψηλά σε ένα τοίχο, μεγάλωσε κι εκείνη
Δεν έμοιαζε καθόλου πια, με μια σκιά ανθρώπου.
Έμοιαζε με την σκιά ενός λουλουδιού· ενός λουλουδιού τεράστιου, που τελικά δεν ήτανε λουλούδι·
Ίσως και να την η σκιά καπνού μιας βόμβας.

Η σκιά πέταξε – εγώ γύρισα πίσω.
Πίσω στο έρημο και παγερό κελί μου· πίσω
Μοναχός να κοιτάζω ότι απέμεινε απ’ το φεγγάρι
Ότι απέμεινε από το παρελθόν· ότι απέμεινε από την ανατίναξη μιας κοινωνίας σάπιας.

Σαν κοιτάζω τα φώτα μες τον κάμπο· τυραννιέμαι.
Ένα λεπτό σεντόνι τα καλύπτει, ένα καπνός από πολλά και αναμμένα τζάκια.
Ένα μεγάλο «ναι» σε όλα όσα έταξαν άρχοντες σε ανθρώπους, για να τους τα αρνηθούν κι αυτά, σαν φτάνουνε της μοιρασιάς οι μέρες.

Σύντροφε, δεν ήμαστε εμείς γι’ αυτά
Ούτε και για τα άλλα, τα γνωστά και τα υπόγεια.
Σύντροφε, εμείς μέναμε πάντα σε υπόγεια
Και σαν τα χρόνια πέρασαν και σε κελιά.

Πίσω από τους τοίχους, ζει μία ελευθερία ζωντανή· διαφορετική τελείως·
Κανείς την σκέψη να ελέγξει δεν μπορεί, ενός φυλακισμένου·
Κανένας να ελέγξει δεν μπορεί και των νεκρών την δόξα –
Άχαρη η δουλεία όσων πυροβολούν τα πτώματα
Και του Θεού μας η ψυχή, διαφορετική τόσο πολύ, γιατί συνήθως λείπει.

Τριγύρω πλάτανοι και κυπαρίσσια.
Στις πιο ψηλές τις γύρω τις κορφές, υπάρχουν και σταυροί μεγάλοι, που φαίνοντ’ από μίλια μακριά.
Όμως κάτω απ’ τα δέντρα, οι σταυροί είναι μικροί
Και κάθε νύχτα λάμπουν, σαν φαναράκια επιτάφιου
Που περιφέρεται σαν εν’ αδέσποτο σκυλί, γυμνό μέσα στον κόσμο
 Γιατί σύντροφε, ο δικός μας ο Χριστός είναι γυμνός.
Ναι, γυμνός, μαστιγωμένος, πνιγμένος μες τα αίματα
Γιατί σύντροφε ο δικός μας ο Χριστός ειν’ ένας ξένος
Γιατί σύντροφε, οι ηγεμόνες μας, το δολοφόνησαν χιλιάδες χρόνια πριν
Και βάλανε στην θέση του κάτι το άλλο.

Αλλά εσύ σύντροφε το ξέρεις – το ξέρω κι εγώ πολύ καλά: το παιχνίδι χάνεται τελικά, πάλι απ’ τους δικούς μας.

Σαν έρχονται μέρες εορτών, χτυπάν τα σήμαντρα και οι καμπάνες δυνατά
Ειν’ όμορφα ν’ ακούς αυτό τον ήχο
Ν’ απέχεις και να φτιάχνεις όνειρα πραγματικά
Να λες «δεν ξέρω», όταν ρωτούν για κάτι το κακό οι άλλοι
Να είσαι συ και να μην είσαι.

Τις νύχτες του χειμώνα, ο μικρός Ναός, μυρίζει μούχλα.
Οι Άγιοι κρυώνουν, περιμένοντας την άλλη μέρα.
Οι αρετές, φλερτάρουν με τους λίγους, όπου μπορούνε την αξία τους να καταλάβουν.
Οι ερωτευμένοι, ξαναζούν σαν πνεύματα
Ο Θεός υπάρχει· ο Θεός οδηγεί· ο Θεός προσεύχεται
Για να μπορούν να είναι πάντοτε ελεύθερες οι σκέψεις
Γιατί οι σκέψεις οι ελεύθερες, σκοτώνουν  τους τυράννους.
Και η σιωπή, που με αυτή μιλάνε οι σταυροί, λέει την πάσα αλήθεια.

Μια συνεχής πορεία η ζωή, ένα μακρύ διάζωμα ο κόσμος –
Κατάφερα να ξεφύγω, ν’ αποφύγω, να δω αυτό που έρχεται, πριν να προλάβει να συμβεί·
Να τιμωρηθώ, να βρίσω.

Κάτω απ’ το φεγγάρι, πλάθω ιδέες για τον νέο κόσμο
Κοιτάζοντας έναν μαντρότοιχο κι ένα καμπαναριό
Και εν’ αντίο.
Ναι! Ένα πραγματικό αντίο.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ: ΟΙ ΔΕΚΑ ΕΛΕΓΕΊΕΣ ΤΟΥ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου