Είδε την κίνηση του, να εξαρτάται από τα όρια μιας μέρας, που τελείωνε
αργά- αργά. Από το όρια μιας μέρας, όπου δεν είχε να θυμάται τίποτε· μπορεί και
να ναι και αυτό η ευτυχία. Επάνω στο τραπέζι, ένα μπουκάλι με νερό και από
δίπλα ένα πιάτο άδειο. Στον τοίχο μια μεγάλη τρύπα, διακοσμούσε φτιάχνοντας ένα
μικρό κενό, μια ομοιόμορφη και βαρετή συνέχεια. Έγινε ώριμος μέσα σε μοναχά μια
στιγμή. Έμαθε να κοιτάζει το λυκόφως, απορροφώντας με τα μάτια του κάθε αξία.
Έβλεπε τεράστιες περικοκλάδες να ανθίζουν, ανάμεσα στις πολυκατοικίες, κάθε που
ο χειμώνας χτυπούσε δυνατά τις βασικές δομές του κόσμου. Προέβλεπε και θαύματα
η αρχική μορφή του κόσμου. Κανείς, ποτέ, πραγματικά δεν μπόρεσε να τα
κατανοήσεις, τις στιγμές όπου γινότανε αυτά, όπως και κανείς δεν αποφάσιζε ν’
αλλάξει κάτι στην καθημερινότητα μιας κοινωνίας, που λειτουργούσε πάντοτε χωρίς
συγχρονισμό. Είδε τον εαυτό του να γυρνά τον κόσμο, ανασαίνοντας βαθειά- κι
έπειτα να διαβάζει σιωπηλά ερωτικές επιστολές, που είχε γράψει κάποτε για μια
γυναίκα και που εκείνη του τις είχε επιστρέψει, έχοντας γράψει πάνω τους με κόκκινο
μελάνι: λόγια ακατανόητα.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΙΕΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου