Έπρεπε λέει να μην παραδεχθώ ότι εκπροσωπώ κάτι μοντέρνο. Σε αυτό
συνέτειναν και οι συνθήκες όπου είχαν δημιουργηθεί. Όπου πήγαινα, μαζί μου
κουβαλούσα κι ένα σταχτοδοχείο, εγώ, που στην ζωή μου δεν κάπνισα ποτέ- κάπως
θα έπρεπε να αντιδράσω. Άλλες φορές έκανα τον τροχονόμο στα περιστέρια της πλατείας-
όμως ποτέ δεν πρόδωσα το κίνημα ή έτσι άφησα να εννοηθεί, αφού στο τέλος πια
μοναχά διαφωνούσα, έτσι αφοσιώθηκα στο να φωτογραφίζω γέφυρες κι ύστερα να τυπώνω φωτογραφίες και να τις κολλώ στα τζάμια απ’ τα λαϊκά της αγοράς τα
καφενεία. «Τρελέ τι κάνεις εκεί;» με ρώταγαν οι άνεργοι, που σύχναζαν στους δρόμους. «Διδάσκω
τέχνη», τους απαντούσα και άνοιγα μια πολύχρωμη ομπρέλα, κάνοντας το
αλεξιπτωτιστή. Έτσι επιβίωσα και απ’ τους δυο μεγάλους τους πολέμους. Γιατί η
επιβίωση στις μέρες μας, χρειάζονται προσαρμογή. Είναι αυτό που δίδαξε ο
έξαρχος αυτής της εποχής, ο παντογνώστης· και το έκανε μια ακόμη εντολή- λες
και δεν φτάνανε οι δέκα. Τις νύχτες έπεφτε στην πόλη εργασία και στα καπηλειά,
άντεχαν να κυκλοφορούν, μονάχα οι της διαχρονικής αξίας οι μαυραγορίτες του
παντός. Πίσω από το τηλεφωνείο, είχε δοθεί μεγάλη μάχη·
οι μεν πολέμησαν τους δε· στο τέλος όλοι μαζί το ρίξαν στον χορό και στο
παιχνίδι. Εκείνες τις ημέρες, έγραψα πονήματα σπουδαία. Έφταιγε και που οι
γυναίκες μέναν μόνες- τι σπάνιο να κάτσει τέτοια τύχη. Όμως έπρεπε να διαδοθώ
και γι’ αυτό έβρισκα τρόπους, που να κεντρίζουν τους περαστικούς. Φορούσα παπούτσια
και στα χέρια, έκαιγα εφημερίδες μπροστά απ’ τα γραφεία τους, πουλούσα
πασατέμπο και στραγάλια στις νυχτερίδες, έπλεκα εγκώμια σε υποψήφιους νομάρχες.
Και έτσι βιοποριζόμουν και περνούσα μια ζωή χαρισάμενη για μένα- ποιος νοιάζεται
για το πώς ζουν οι άλλοι τελικά. Όταν άκουσα πως θα μου κάνανε επίσκεψη κάτι
αντάρτες·
κάγχασα. Ήτανε όλοι τους ένας κι ένας· καθάρματα φερμένα απ’ το αύριο και
θεωρητικοί. Ήτανε δε και ρήτορες δεινοί· και κουβαλούσαν και δεινά για
όσους ήθελαν να ξέρουν το γιατί· δεν τους φιλοξένησα· δεν είχα καμία απολύτως
όρεξη να απλοποιηθώ εντός τους. Τα όρια του σχήματος μιας οροσειράς, ήταν και
όρια δικά μου. Το λίγο πιο πέρα απ’ εκεί, ήτανε κάτι ψεύτικο πολύ ή ο καρπός μίας
αναποτελεσματική προσκοπικής ομάδας, που κάποτε ονόμασε την μόδα επανάσταση,
βάφοντας μοναχά τοίχους από μέγαρα, που ατυχώς δεν φιλοξένησαν ποτέ ανθρώπους
του λαού, παρά θεάματα και υπεραθλητές ντοπαρισμένους, που είχανε δώσει μιαν ολόκληρη
ζωής, σ’ αυτό που λεν δημοσιότητα ή ήταν προιόντα μίας χρήσης τοπικής. Ένας έρωτας,
μια βροχή, ένα ατύχημα, αλλάζουνε συνήθως την ζωή· και πάνω σε αυτά
επένδυσα, αυτό που μου χε απομείνει στην ζωή· τα δάκρυα μου. Κάποτε στην πόλη όμως
ήλθανε ξανά τα χελιδόνια.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ " ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΓΡΑΜΜΑ"
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου