21
Κοιτάζω τον χώρο γύρω από το εκκλησάκι·
στον ουρανό τα σύννεφα τρέχουν, χωρίς να αποκτούν την πυκνότητα, που σημαίνει
βροχή. Περπατώ εκεί γύρω. Γύρω από τους μικρούς ναούς, πολλές φορές εκλύεται ενέργεια,
που μας κάνει να μην θέλουμε να φύγουμε από εκεί, αλλά και να σκεφτόμαστε και
να αναλύουμε.
Εγώ τότε όλη αυτή την ενέργεια, την είχα
μέσα μου. Και η πρώτη μάχη, θα ήτανε η συνειδητοποίηση του πως και του γιατί είχα
έλθει σε τούτη τη ζωή. Ποια ήμουν τελικά πραγματικά; Γιατί είχα τόσα πρόσωπα;
Γιατί να πλήγωνα αυτό που αγαπούσα; Αφού δεν το θελα, γιατί; Και ποια; Εγώ η τόσο
ίδια άλλη· εγώ, η ισχυρή αρχόντισσα, του νου μου.
Για άλλη μια φορά η γύμνωση και ο καθρέφτης,
ήλθαν για να με προκαλέσουν να καταλάβω κάποια
από τα όρια μου. Μια λεπτή καστανή μακρυμάλλα, με όμορφο σώμα και χαμόγελο ήμουνα.
Μια κονσέρβα στο ράφι του σούπερ μάρκετ με ωραίο σχήμα και συσκευασία. Μα για
να καταλάβει κανείς αν μία τέτοια κονσέρβα είναι προϊόν άριστο, πρέπει να δοκιμάσει
πρώτα το περιεχόμενο της και για να γίνει αυτό, πρέπει πρώτα η κονσέρβα να ανοιχτεί.
Το σώμα μου ήταν η μία είσοδος, η άλλη ήταν
το μυαλό μου και πίσω τους οι αισθήσεις και τα ένστικτα. Πριν απ’ την μάχη, η
σωστή αναγνώριση. Ποιο είναι το σώμα μου; Είναι το δέρμα, τα μαλλιά, το στήθος,
τα χέρια και τα πόδια μου; Είναι τα γεννητικά μου όργανα; Σημεία λειτουργίας ή
σημεία ντροπής; Και ο καθρέφτης, η απόλυτη αλήθεια, που τα δείχνει όλα· από την
καλή αισθητική, μέχρι της κακή χρήση και λειτουργία σώματος και μυαλού. Πάντα ήθελα
το έρωτα· από μικρή, από τότε που κατάλαβα ότι υπάρχω στη ζωή· μα φοβόμουν ότι
αγαπούσα και απέναντι του έμενα παγερή και το αρνιόμουν. Αρνιόμουν ακόμη και
τον ίδιο μου τον εαυτό, ενώ αφηνόμουν ελεύθερα σε κάθε τι αδιάφορο ως και κακό.
Αυτό το σώμα πια το έβλεπα διαφορετικά. Ίσως για πρώτη φορά μ’ αγάπη. «Τούτο τον πόλεμο, θα τον κερδίσω με μοναδικό
μου όπλο την αγάπη», σκέφτηκα. Περιεργάστηκα με τα χέρια μου όλο μου το σώμα. Κάπου
ο χρόνος είχε αρχίσει να δείχνει τα σημάδια του· μα αγαπώντας το, αυτά τα σημάδια,
γινότανε σημάδια γοητείας. Αγαπώντας το· μόνο αγαπώντας το. Αυτό το σώμα πλέον θα
έπρεπε να δίνεται σε χέρια και σε στόματα που το αγαπούσαν, γιατί η αγάπη το
μεταμόρφωνε σε αγαθό· το εξάγνιζε και έκανε το έρωτα να ξεπερνάει την απλότητα
μιας απλής εκτόνωσης. Ξάπλωσα· ο χρόνος που διέθετα, ήταν απόλυτα άφθονος και η
εξερεύνηση μια υποχρέωση. Το τέλος αυτή τη φορά, δεν ήταν πια μια εκτόνωση, αλλά
ένα χαμόγελο και μια πρώτη νίκη. Αντιλαμβανόμενη την ψυχική αξία του οργασμού, όταν
αυτός βγαίνει μέσα απ’ το κουκούλι της αγάπης, κατέκτησα την πρώτη μου νίκη σε
αυτό τον πόλεμο με τον εαυτό μου, γιατί τον κόσμο τον γνωρίζουμε πρώτα, μες από
τις αισθήσεις μας.
Έμεινα για ώρες στο κρεβάτι, έτσι, γυμνή,
χαμογελώντας. Ήταν τόσο απλό, αρκεί που στην σκέψη μου, υπήρχε αυτή η μικρή
λεξούλα· η αγάπη. Όπου υπάρχει η αγάπη, η χυδαιότητα εξαφανίζεται και αποκτά
τον ρόλο ενός αγγέλου έκπτωτου, που το μόνο που ξέρει, είναι το να μολύνει· και
σκέψεις και πράξεις ιερές, τις κάνει ντροπή ή προϊόντα για υπόγειες και
περαστικές σχέσεις. Και εκείνος ήταν η αγάπη και η άρνηση μου να του δώσω με αγάπη
το σώμα μου, τον έκανε να φύγει τότε. Μα τώρα επέστρεψα νικήτρια, γιατί εκείνος
ήμουν εγώ και πλέον είχα αρχίσει να μαθαίνω την αξία της αγάπης, να την μαθαίνω
μόνη μου, πολεμώντας· πολεμώντας τον κακό μου εαυτό.
Από το παράθυρο έμπαινε η μυρουδιά της άνοιξης·
για πολλές ώρες κυκλοφορούσα στο δωμάτιο γυμνή, πηγαίνοντας που και που ως το
παράθυρο και θαυμάζοντας από εκεί της θάλασσας την θέα. Γυμνή πια, μα όχι ένοχη,
μα όχι ντροπιασμένη κι απροστάτευτη, αλλά γυμνή νικήτρια, απελευθερωμένη,
προστατευμένη απ’ το μυστικό, το πρόστυχο μου παρελθόν.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου