ΣΤΑ ΟΡΕΙΝΑ
Στάθηκε στην άκρη
της πλατείας. Πίστευε, πως πηγαίνοντας
εκεί, όλο και κάποιον γνωστό του, θα
βλεπε. Τριγύρω του, όμως, όλα του μοιάζαν
ξένα και πρωτ' απ' όλα, οι πανθρωποι.
"Μήπως αλλάξανε οι
άνθρωποι ή μήπως άλλαξε η πόλη",
αναρωτήθηκε.
Πού πήγαν οι σημαίες,
τα πανό και τα παιδιά με τα σκισμένα
ρούχα; Πού πήγαν οι φωνές τον αγανακτισμένων;
Έβλεπε μοναχά, τραπέζια και καρέκλες -
και άνθρωποι πολλοί·
πάρα πολλοί·
πάρα πολλά, να έχουν καταλάβει τα κενά.
Άνθρωποι ίδιοι, όμοιοι, σαν στρατιώτες,
σαν πολίτες διαφορετικοί, βγαλμένοι
μέσα από ταινίες φαντασίας.
Έμεινε
στην άκρη, να τους παρατηρεί. Ήτανε
κατανεμημένοι σε ομάδες. Διάβαζαν τις
εφημερίδες τους, κρατώντας τες με τρόπο
ίδιο·
πίνανε τους καφέδες τους κάνοντας μαζικά
τις ίδιες τις κινήσεις·
καπνίζαν όλοι τους, τα ίδια τα τσιγάρα·
μιλούσαν με τον ίδιο τρόπο·
με την ίδια φωνή· με τις ίδιες λέξεις.
Επέλεξε
να μην εμφανιστεί κι απέφυγε τα μέρη,
που το φως ήταν πολύ. Θυμήθηκε τον πατέρα
του· θυμήθηκε και έναν φίλο του απ' τα
παλιά, έναν πολύ σπουδαίο ποιητή. Έψαξε
στην τσέπη του πανωφοριού του, γυρεύοντας
κάτι να βρει. Έβγαλε από μέσα της , ένα
κομμάτι χαρτί - κάτι υπήρχε πάνω του
γραμμένο με μολύβι· άρχισε να διαβάζει:
"Η
λογική μιας μάζας ομοιόμορφης, μολύνει
εγκεφάλους".
Δίπλωσε
το χαρτί, το έβαλε στην τσέπη του ξανά...
Η
μέρα ήτανε ηλιόλουστη. Σε όσο κάμπο,
έμενε ακόμη λεύτερος απ' τις εκμεταλλεύσεις,
είχαν ανθίσει τα ραδίκια - ήταν το μόνο
πράγμα, που του θύμιζε το παρελθόν· ένα
παρελθόν πρόσφατο, ένα παρελθόν, πριν
απ' την μέρα, που αλλοτριώθηκε ο κόσμος.
Άρχισε
να περπατά μέσα στην πόλη. Τα πάντα, του
φαινότανε πως έμοιαζαν· ακόμη και τα
κτίρια τα νεο κλασικά , δείχνανε να '
χουνε προσαρμοστεί και να συμπεριφέρονται,
σαν πολυκατοικίες.
Με
βήμα γρήγορο και φορτωμένος μία τσάντα
γνώσεις, πήρε τον δρόμο, προς τα 'κει,
όπου τελειώνανε τα κτίρια· που τελειώνανε
ο χάλυβας και το τσιμέντο. Ένιωθε να τον
πνίγει όλη αυτή η ζέστη, που έβγαινε
μέσα από την ομοιότητα των υλικών, της
φύσης, των ανθρώπων.
Μετά
την πόλη, υπήρχανε μεγάλα πολυκαταστήματα
και αντιπροσωπίες· μετά υπήρχαν
εργοστάσια· μετά τεράστιες καλλιέργειες
συντεταγμένες - παντού τα πάντα, ήτανε
συντεταγμένα, σε παρατάξεις, όμοια με
στρατεύματος κενών προσώπων, ντυμένων
με στολές.
Πλησιάζοντας
προς τα βουνά, άρχισε να ελπίζει· μια
βρύση τον καλωσόρισε· δυο - τρία πλατάνια,
ένα πεζούλι, ένα τραπέζι τσιμεντένιο,
ένα μικρό ξωκκλήσι κι ο ανηφορικό ο
δρόμος, εμπρός του βρέθηκε αμέσως.
Τα
μάτια του, αρχίσανε να καθαρίζουν·
μακριά από την πόλη του, έβλεπε τα πάντα
γύρω του, τελείως διαφορετικά - απέκτησε
απότομα ελπίδες, πως χώρος λεύτερος για
κάποιες αλλαγές, όλο κι κάπου θα υπήρχε.
Κράτησε
για λίγο την αναπνοή του· ύστερα ανέπνευσε
βαθιά. Έσπασε ένα κλαδί απ' ένα δέντρο,
που ήταν κάπως ίσιο· το έκανε ραβδί και
στηριζόμενος που και που επάνω του, πήρε
τον ανηφορικό τον δρόμο, αναζητώντας
την αλήθεια του, κάπου στα ορεινά.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΛΛΟΓΗ ΠΕΖΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ: ΕΙΚΟΝΕΣ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου