Στο πιο μεγάλο μέγαρο της πόλης, εκείνη την βραδιά γινόταν γιορτή μεγάλη. Πλούσια στρωμενα τα τραπέζια ήταν ήδη και  οι μουσικές και οι χοροί, συμπλήρωναν το όμορφο το σκηνικό. Είχαν μαζευτεί εκεί οι πιο πλούσιοι της πόλης οι αρχόντοι, για να τιμήσουν λέει τον Θεό. Ήταν η μέρα που στην πόλη έφτασε Εκείνος. Ντυμένος με ρούχα φτωχικά και αποκαμωμένος, στάθηκε στην πόρτα του μεγάρου. <<Δεν περνάς>>. Του είπε μια φωνή και ένα χέρι Τον τράβηξε με βια προς τα πίσω. Έβαλε όλες Του τις δυνάμεις για να περάσει μέσα, κατάφερε να κάνει κάποια βήματα, μα πέντε χειροδύναμοι άνδρες από την υπηρεσία φύλαξης του μεγάρου, τον έπιασαν και τον πέταξαν έξω. Κάποιος από αυτούς, τον χτύπησε κιόλας. Από το μέτωπο του έτρεξε λίγο αίμα. Βρήκε καταφύγιο σε ένα παγκάκι μιας μικρής πλατείας. Κοίταξε τον κόσμο να περνάει, ένα παιδάκι που ήταν εκεί Του χαμογέλασε και Του έδωσε ένα αγριολούλουδο. Εκείνη την βραδιά σε όλη την πόλη, ο ουρανός ήτανε ξάστερος, μα πάνω από το μέγαρο, είχε ξεσπάσει καταιγίδα φοβερή. Την άλλη μέρα Εκείνος έφυγε από την πόλη. Κανείς δεν τον θυμόταν, εκτός από εκείνο το μικρό παιδάκι, που του έδωσε το αγριολούλουδο. Λοιπόν, τον Θεό για να τον βρεις, μην ψάξεις στα μέγαρα και στα μετάξια, αλλά στους δρόμους της ελευθερίας. Και άν Τον βρεις, να Τον κοιτάξεις με μάτια παιδικά. Δεν σου ζητάει πολλά. Ένα μόνο αγριολούλουδο, από αυτά με τα οποία στολίζουν τις Μεγάλες τις Παρασκευές τους επιτάφιους στα πιο φτωχά χωρία.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΓΡΑΜΜΑ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ