Μέσα στο δωμάτιο της, μόνη, σεμνή και μαζεμένη. Απ’ έξω ακούγεται ο ήχος
απ’ τα λούκια, που στέλνουν τα νερά απ’ την βροχή, στο πεζοδρόμιο. Το βασίλειο τους,
μια πολυθρόνα και ένα τραπεζάκι στρογγυλό, μπροστά στο παραθύρι. Έζησε έτσι
μιαν ολάκερη ζωή, κοιτάζοντας την γειτονιά, κρυμμένη πέσω από γκρίζες, ημιδιάφανες
κουρτίνες. Όταν έβρεχε, έξω λιγόστευε ο κόσμος, ενώ περίσσευε η υγρασία, που έβρισκε
λόγο πάντοτε, στο να σημαίνει κάτι. Πάνω στο τραπεζάκι υπάρχει πάντα στρωμένο ένα
πλεκτό τραπεζομάντηλάκι – όχι, δεν ειν’ το ίδιο πάντα· έχει πολλά που τα αλλάζει·
μοιάζουνε όμως ολ’ αυτά τόσο πολύ, σαν να ναι ένα. Κι αυτός ειν’ ένας τρόπος,
που χει βρει, για να νομίζει ότι ειν’ ακόμη νέα· γιατί τα άψυχα πράγματα, αλλάζοντας
γερνάνε και μένοντας τα ίδια επιζούν – οποία πλάνη φυσικά, αφού πριν καν να το σκεφτούν τα άψυχα, οι άνθρωποι δείχνουνε ήδη γερασμένοι. Μια – δυο
γουλιές τσάι· διάβασμα των κοινωνικών απ’ την εφημερίδα και ύστερα, το ποτ υπάρχουν
παρακλήσεις· μα και βέβαια στο τέλος, την ανάλυση του Ευαγγελίου της ημέρας. Κι
ολ’ αυτά: βρέχει, δεν βρέχει. Στις μέρες
με βροχή, προσπαθούσε να γράφει υπό μορφή ημερολογίου, απομνημονεύματα· το ίδιο
και σήμερα· και σήμερα, το ίδιο αποτυχημένα. Γι’ αυτό, σηκώνεται γρήγορα, να
στρώσει για να κοιμηθεί. Να στρώσει για να μην κοιμηθεί· για να γυρίσει· για να
γυρίσει πίσω, στην θέση της την αρχική. Στην θέση, όπου πάντοτε την συναντώ, να
σκέφτεται και να κοιτάζει. Πότε έξω, πότε μες το δωμάτιο, πότε μες την ψυχή της.
Τώρα κρατά στα χέρια της, κάποιες καρτ
ποστάλ παλιομοδίτικες, απ’ την δεκαετία του εβδομήντα. Η μια δείχνει ένα εποχής
ξενοδοχείο· η άλλη δείχνει χαλάσματα αρχαία, πίσω από ηλιοβασίλεμα· η τρίτη δείχνει
μια γυναίκα, να ειν΄ ψηλά σε ένα βράχο, απέναντι στη θάλασσα· η τέταρτη δείχνει το ίδιο, όπως και
οι υπόλοιπες. Σκέφτεται πως αυτή ειν’ η ζωή και μεταβάλλεται, μέχρι να γίνει
εντελώς η ίδια. Όμως γνωρίζει καλά εκείνη το ποια είναι· το από πού έρχεται και
που πηγαίνει. Ένα από τα λίγα αυτοκίνητα, όπου κυκλοφορούν, μες την βροχή περνάει.
Κοιτάζει τα στεφάνια από νερό, που πλέκουνε οι ρόδες, όταν τρέχουν. Είναι μία
σκηνή, που έχει ξαναδεί πολλές φορές, μες σε δεκάδες χρόνια. Αφήνει τις καρτ
ποστάλ πάνω στο τραπεζάκι, σαν να ναι τραπουλόχαρτα· εκείνη με το ξενοδοχείο, χάνει·
η άλλη, που χει την γυναίκα πάνω της, κερδίζει. Όλες οι άλλες πάνε πάσο…
ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ : ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΓΡΑΜΜΑ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου