Κάθισε στην στρογγυλή την πολυθρόνα.
Εμπρός της η πλατεία όλο κόσμο. Σταύρωσε τα πόδια της, τραβώντας την λευκή της φούστα
λίγο πιο ψηλά· οι γάμπες της ήταν πανέμορφες. Ο ήχος από ένα σιντριβάνι τράβηξε
την προσοχή της· μοναχά για λίγο. Έβγαλε τα μαύρα της γυαλιά· κοίταξε λίγο προς
τα κει. Έγλυψε για λίγο την άκρη από το
ένα μπράτσο των γυαλιών- προφανώς κάτι σκεφτόταν· τα φόρεσε και πάλι. Μια νεαρή
κοπέλα ακούμπησε στο τραπεζάκι που ήτανε
εμπρός της, ένα φλιτζάνι σοκολάτα βιενουά. Άνοιξε το σακάκι που φορούσε·
ξεκούμπωσε δυο- τρία κουμπιά απ’ το πουκάμισο της· είχε ήλιο και το κρύο είχε
υποχωρήσει κάπως. Φάνηκε το επάνω μέρος από στήθος της· πρέπει να αισθανόταν
πως την κοιτάζανε πολλοί· φυσικά και την κοιτάζανε· μαζί με τους πολλούς κι
εγώ. Ήπιε λίγο από το ρόφημα της· ίσως να σκέφτηκε ότι εμπρός της υπήρχε κάποια
θάλασσα. Χτύπησε το κινητό της τηλέφωνο· απάντησε αμέσως· είπε δυο τρεις κουβέντες·
το έκλεισε και το έβαλε ξανά μέσα στην καφέ δερμάτινη της τσάντα. Με τα χέρια της,
τράβηξε πίσω τα μακριά της τα μαλλιά· ίσως αισθάνθηκε κάνοντας την κίνηση αυτή και κάποιο είδος
ηδονής. Σταύρωσε ξανά τα πόδια της, αλλάζοντας το από κάτω πόδι· κάποιοι τώρα
θα έβλεπαν σε βάθος μεγαλύτερο τις όμορφες γραμμές της. Ένα κοριτσάκι πέρασε
από εμπρός της· κάτι της είπε· του χάιδεψε το μάγουλο. Τότε εκείνο έφυγε κι
εκείνη έβγαλε από την τσάντα της ένα περιοδικό- πρέπει να ήταν για την μόδα- κι
άρχισε να διαβάζει. Κι όμως· πρέπει εκείνες τις στιγμές να είχε νιώσει, ότι
πλήθος από άνδρες- ίσως και γυναίκες, θα ήθελαν να ναι πραγματικά κοντά της.
Έβαλε και πάλι το περιοδικό στη τσάντα της· κάθισε πιο βαθιά στην πολυθρόνα της·
ίσως πίσω απ’ τα μαύρα της γυαλιά, να έκρυβε δυο μάτια κλειστά, που έψαχναν για
όνειρα. Η αναπνοή της είχε γίνει πιο βαθιά· και η δική μου όμοια. Ένα παιδί
πέρασε από μπροστά της· «λαχεία» φώναξε. Εκείνη χαμογέλασε· το αγόρι έφυγε,
Έπιασε την άκρη των μαλλιών της- ξέχασα να αναφέρω, πως ήταν ξανθά ή τέλος
πάντων βαμμένα· αδιάφορο. Αλλά ο ήλιος τότε βυθίστηκε στην δύση του. Σηκώθηκε·
κούμπωσε το σακάκι της· πήρε την τσάντα της στο χέρι· άφησε ένα νόμισμα επάνω
στο τραπέζι· και έφυγε...
ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ "ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΓΡΑΜΜΑ"ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου