Δημοφιλείς αναρτήσεις

Πέμπτη 25 Μαΐου 2017

Επίλογος

“Επίλογος”
Μοίρα με κάθε κόστος
Δεν γίνεται να σου διδάξω κάτι πιο πολύ
Μικρά παιδιά, δεν παίξαμε όσο θα έπρεπε
Κάποιοι απ' τους μεγάλους έδειξαν έναν χορταριασμένο τοίχο
“Αυτή ειν' η ζωή σας” μας είπαν
Τότε ήτανε που δημιουργήθηκε εντός μας η συνήθεια
Πριν καν νυχτώσει, να κρυβόμαστε κάτω απ' τα σκεπάσματα
Να κρυβόμαστε και σιωπηλοί να περιμένουμε το τέλος.

Και, κάτω απ' τα σκεπάσματα αυτά γνωρίσαμε τους εαυτούς μας
Τον άνδρα -το αγόρι, τη γυναίκα - το κορίτσι
Την κόλαση των πρώτην αγγιγμάτων
Την ποίηση της θύμησης μετά.
Μετά, όπως το τώρα
Πια, αποξενωμένοι εραστές αλλότριων υπάρξεων
Μουσικές ανεύθυνες, παιγμένες όπως να 'ναι.

Γκέτο ψυχών, απόγευμα κι απόβροχο
Ερωτικά υγρά ως φυλαχτά 
Πρόστυχες προσευχές, πρόστυχες προσευχές
Μόνο μια Παναγιά μπορεί ν' αντιληφθεί αυτή την τραγωδία.
Φθινόπωρο και άνοιξη - ας πούμε: ότι τύχει:
Λιγάκι ήλιος δειλινού, μία καμπάνα
“Μαμά, μαμά” λες και εσύ, λέω κι εγώ
Θέλουμε και οι δυο να βαπτιστούμε πάλι - 
Άρχοντα ποταμέ μας Ιορδάνη, μας ακούς;

Ζούμε σε βάρος μας
Βουνά υποχρεώσεις, μας θερίζουν τα στομάχια -
Το παιδικό σου χέρι, το παιδικό μου χέρι
Θυμάσαι το απογευματινό αστέρι;
Ζούμε την ιστορία μας
Ονειρευόμαστε τον έρωτα
Που μας προσπέρασε χωρίς να πει κουβέντα.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ

Τρίτη 23 Μαΐου 2017

Μα όμως τωρα είμαι

(Μα όμως τώρα Είμαι)
Πρωί - πρωί, σκαλίζοντας χωρίς ταλέντο μουσικές
Βραχνή η θεματολογία
Φορώντας τα σανδάλια της
Στην παγωνιά η φτώχεια περιμένει.

Μοιραίοι όλοι τους
Πακέτα προσφορών και άλλες αηδίες
Κάποτε, ζωή, θαλάσσια τέρατα
Κοινωνικός ιστός απ' την ανάποδη
Μα όμως τώρα είμαι.

Όπως τα Βόδια του Σωτήρα
Όπως της άγουρης της κερασιάς τα φύλλα
Όπως της τραγικής παρθένου η ματιά•
Σημαδεμένη τράπουλα
Στο βάθος τα χαντάκια
Στο βάθος μια ζωή που έχει βιαστεί
Ντροπή σου εθνική οικονομία.

Μα όμως τώρα είμαι
Χειροκροτήματα πολλά
Πίσ' απ' τα ψέματα ο αρχηγός
Τα όπλα μου μιλάνε.

Γέλια, γέλια, γέλια
Γέλια από χυδαία στόματα – ρεβόλβερ
Ύστερα βρέχει
Ύστερα μια μαμά προσεύχεται
Μα όμως τώρα Είμαι.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ

Τρίτη 16 Μαΐου 2017

"Παύσατε πυρ"

“Παύσατε πυρ”
Στις μέρες του πάθους και στα χρόνια της ελπίδας
Σ' αγάπησα κι ας μη θυμάμαι
Σήμερα είναι η πλατεία καθαρή
Φορώ και χάνδρα θαλασσιά
Και βραχιολάκι – γούρι.

Σ' αγάπησα κι ας μη θυμάμαι
Σα να 'ταν χθες η πρώτη η φορά
Πρωί - πρωί και τ' αυτοκίνητα κορνάρουν
Πολιτική με ψέματα, πολιτική με τέλος.

“Παύσατε πυρ”
Οι γλάστρες του σπιτιού αρχίσανε να περπατούν
Σβήνω - δε γράφω
Το πρώτο καλοκαίρι της ημέρας πέρασε
Απέναντί μου είν' τα μάτια σου
Και κάποιο στόμα το οποίο προσπαθεί
Να πει μια λέξη.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ

Πέμπτη 4 Μαΐου 2017

Το ποίημα της Σάρας


Το ποίημα της Σάρας
-Πώς ονομάζεσαι;
-Πώς ονομάζομαι; Ονομάζομαι;
Πρέπει να ονομάζομαι;
Υποχρεωτικά πρέπει να έχω
κάποιο όνομα - κάποια ταμπέλα;
Γατί;
Κύριε, στην πολιτεία σου ζητώ να ταξιδέψω.
Φανέρωσέ τη μου.
Δείξε μου, αν υπάρχεις, κάποιο μονοπάτι
που να τραβάει προς τα 'κει,
που να 'ν' αόρατο στους άλλους.

Πώς ονομάζομαι; Πώς με λένε;
Δεν ξέρω.
Πάντως, οι άλλοι με φωνάζουν Σάρα,
έτσι με ξέρουνε και οι ωκεανοί,
έτσι με γράφουν τα βιβλία:
Σάρα, πάντα μικρή, πάντα λεπτή,
αδύναμη, ευγενική, χαρούμενη.

Κύριε, στην πολιτεία σου ζητώ να ταξιδέψω.
Στην πολιτεία σου και όχι στο βασίλειό σου.
Σε παρακαλώ, μη με ξεχνάς:
Οι άλλοι με φωνάζουν Σάρα.
 ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ

Δευτέρα 1 Μαΐου 2017

Διώξε με

“Διώξε με”
Σχετικά με σένα και το βράδυ•
Ξύπνησα πάλι ξένος
Έγινα πάλι ο εχθρός
Και πάλι έγινα η πρώτη η φορά
Στρώμα από εκείνα που απορροφούν
Χυμούς κι αναταράξεις.

Ξύπνησα πάλι ξένος
Εσύ κοιτάς απ' το παράθυρο το δρόμο
Εσύ κοιτάς απ' το παράθυρο τον κόσμο
Γράφεις με το μυαλό σου παραμύθια.

Παραμύθια και τα λοιπά
Πλάθονται κι έρωτες με τέτοιους τρόπους
Πρέπει να 'χουν ανθίσει και στους κήπους τα λουλούδια:
Διώξε με, διώξε με, αν θέλεις να με σώσεις.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ

Σάββατο 29 Απριλίου 2017

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα: Οι απαντήσεις 4


(Απόσπασμα από το μυθιστόρημα: Οι απαντήσεις 4)
Έξω ο άνεμος κυριαρχεί και μέσα τ' αναλγητικά έχουν την εξουσία: Απ' όλες τις μάρκες και σε κάθε χρώμα - ο πονοκέφαλος θέλει ιδιαίτερα νταντέματα για να μας βαρεθεί, για να εγκαταλείψει τα κεφάλια μας, για να βρεθεί ως άλλος δαίμονας στους χοίρους. Περαστικά σου λένε. - Δε βαριέσαι, να ζεις  μαθαίνεις, σχολιάζοντας, για να ξεχνάς τον πόνο.
   Έξω ο άνεμος• είν' άνοιξη, είναι η εποχή της γονιμότητας κι εκατομμύρια  λουλούδια περιμένουν να γονιμοποιηθούν, περιμένουνε αυτό τον άνεμο, τις μέλισσες ή, κάποιο άγγελο από αυτούς που συνηθίζουνε να χάνουνε το δρόμο. Λουλούδια, πολλά λουλούδια, πάρα πολλά: στους κήπους, στων πάρκων τα παρτέρια, στους πίνακες ζωγραφικής που είναι στις πινακοθήκες, στους πρόστυχους αγρούς, σε γλάστρες, σε πλατείες, σε κοιμητήρια βουβά και σε μεγάλα δάση. Μη γνώση - αγνότητα: παιδούλα που χορεύεις βαλς όλη τη μέρα. Και γνώση - αγώνας και αγώνας και αγώνας.
   Αγώνας του να φτιάχνεις, να κατασκευάζεις, να δημιουργείς. Πλέον αγώνας σου κι αγώνας μου - το ύστερα της πονηριάς είν' μια διαφορετική δημιουργία: να βρίσκεις από τα συντρίμμια το τι λειτουργεί και να το προστατεύεις, και να δημιουργείς μ' αυτό μονάδες μέλλοντος οι οποίες να μην είν' πρωτόγονες, ανθρώπους νέους οι οποίοι να μην είν' ανθρωποφάγοι.
   Αργότερα θα πάω στο ποτάμι, θα περπατήσω στην αριστερή του όχθη, θα 'χω απέναντί μου μία δύση, και αν ο άνεμος εξακολουθεί ακόμα  να κυριαρχεί, θα έχω το κεφάλι μου μέσα σε μια κουκούλα. Θα πάω μέχρι το ποτάμι, το λογικό είναι να κατεβαίνει μπόλικο νερό απ' τα βουνά, να τρέχει και να τρέχει και να τρέχει, και ασφαλής μοναδική κατάληξη: η θάλασσα, η μία θάλασσα, η μία και μοναδική, που όμως στη χωρίζουμε, που όμως τη διεκδικούμε• όχι σαν όνειρο, όχι σαν φύση μα, σαν κτήμα, σαν “έχω”, σαν οικόπεδο - καγχάζω καθώς σκέφτομαι πως η πραγματική η θάλασσα είν' μια ιδέα• και η δική μου θάλασσα είν' η πιο ωραία: είναι και τραγική, είναι αυτή που διώχνει και που φέρνει, είναι αυτή που κάνει κάποιους νικητές και άλλους τους δολοφονεί με κάποιο χάδι κύματος, με κάποια από τις αόρατες ρουφήχτρες των ακτών, που σε τραβάνε μέσα τους ενώ εσύ νομίζεις ότι βρίσκεσαι σε παιδική χαρά, πάνω σ' εκείνο το παιχνίδι που σε φέρνει γύρω- γύρω.
   Αναλγητικά και διάβασμα. Τι όμως να πρωτοδιαβάσεις; Τον Νίτσε τον εξάντλησα, ο Μαρξ με τις αντιφάσεις του μου σπάζει τα νεύρα, ο Μπερξόν μου φαίνεται παράταιρος, ο Χάιντεγκερ τρελός, ξένος ο μέγας Καντ και η Άυν Ραντ μου μοιάζει δολοφόνος. Νερό στα μάτια, στο κεφάλι, κοίταγμα στον καθρέφτη, επαναμέτρηση ρυτίδων, αμήχανο αμερικάνικο χαμόγελο: δεν είναι μόνο το καλό και το κακό που μας εξουσιάζουν, είν' και το άσχημο που το ξορκίζουμ' απ' το βράδ' ως το πρωί, μα ταυτοχρόνως διαρκώς φλερτάρουμε μαζί του, σαν θέλει κάτι να μας πει, σαν κουβαλά στα χέρια του αργύρια, σαν είν' η τραγική πραγματικότητα της ύπαρξής μας.
   Και ύστερα, καφές: Τα αναλγητικά χωρίς καφέ δεν λειτουργούν• κι εγώ πισ' απ' τα τζάμια, και απ' την άλλη τη μεριά ο άνεμος να προσπαθεί να σπάσει όσα μπορεί απ' τα κλωνάρια των μεγάλων δέντρων, να ξάνει να λυγίζουνε τα κυπαρίσσια, να παίρνουν τη μορφή του σι του αγγλικού, να έχει ήδη ξεριζώσει αρκετά δενδρύλια, να 'χει αποτελειώσει κάποια δέντρα περασμένης ηλικίας: Τα γηρατειά και η νεότητα είναι οι πρώτοι στόχοι κάθε βίαιης δομής από αυτές που θέλουνε εξουσιάζοντας να κυβερνούν, από αυτές που έχουν όρεξη για τυραννία. 
   Άνεμος τύραννος ή άνεμος δημιουργός; Άνεμος ο οποίος γονιμοποιεί ή  άνεμος που καταστρέφει;  Αχ αυτός ο δυισμός ετούτης της ζωής! Αχ πόσοι ήρωες χαθήκανε ανάμεσα στο ένα και στο δύο, στην κατηφόρα του αναπότρεπτου, στην κατηφόρα με τις εκατό ρωγμές που είναι των θαυμάτων βασικοί εχθροί, που τυραννούν κάθε αγάπη! Αχ Ρωμιοσύνη, αρχίζεις με ασβέστη και νερό και τελειώνεις σε τοπία ομιχλώδη• κι ο λόγος σου γλυκός, κι ο λόγος σου πικρός, απ' τον πανάρχαιο συνοικισνό του Διμηνού ως και τον Παρθενώνα, απ' την Αγιά Σοφιά και τα πολλά της σήμαντρα μέχρι του Άη Ηλιά κάθε απόμετο 'κκλησάκι.
  Εδώ οι θεοί είναι περαστικοί, είν' σαν τους πειρατές: περνούν, χτυπούν, αλλάζουν τον καιρό και τις συνήθειες, και φεύγουν, πίσω αφήνοντας επιβήτορες, γονιμοποιητές των αλλοιώσεων, δέντρων καινούριες ποικιλίες, νομίσματα διαφορετικά, σκόνη από αιώνες ιστορίας - ας είν' καλά ο ήλιος και η ποίηση, κι ο τόπος μας παίρνει πίσω το αίμα του από τους βλάκες.
   Μαζί είχαμε παραβρεθεί σε δυο θυσίες: τη μια βαθιά μέσα στο παρελθόν, την άλλη πριν από τρεις δεκαετίες - πάντα με αίμα στέριωνε στα μέρη μας το δίκιο, και πλήθος οι αθώες οι ψυχές που έφυγαν, που γύρισαν και τώρα, περιφέρονται, μουντζώνοντας όλους αυτούς που δείχνοντας παραχαράζουνε για ίδιον όφελος την ιστορία: Δίστομο και Καισαριανή, Καλάβρυτα, Χορτιάτης - τοποθεσίες που δεν κρύβουν μυστικά, τοποθεσίες που τις έβαψε της γνησιότητας το αίμα.
   Πονοκέφαλος. Πηγαίνοντας στο παρελθόν  με πιάνει πονοκέφαλος• κι απόψε, φυσάει αποκλειστικά και μόνο παρελθόν: παλεύουν οι θεοί με τους τιτάνες και τους γίγαντες, φοβούνται τα μικρά παιδιά, φοβούνται οι αγράμματοι, φοβούνται τα περβόλια: Τούτος ο άνεμος είναι διαφορετικός, γίνεται να πολεμηθεί μόνο με λέξεις: Άνοιξε τα χαρτιά σου, εκεί που τώρα είναι, και γράψε: αγάπη, αγάπη, αγάπη. Μην το φοβάσαι, κανείς δεν ταπεινώνεται αγαπώντας πραγματικά, αγαπώντας τη μέρα, τη νύχτα, τον ήλιο, το φεγγάρι. Αγαπώντας ακόμα και το μίσος, όταν αυτό γίνεται διέξοδος και μίτος Αριάδνης.
   Γράψε αγάπη, γράψε αγάπη, γράψε αγάπη, κάνε αυτό το γράψιμο ζωγραφική, κάν' το στολίδι. Κι ύστερα... Κι ύστερα έλα να με βρεις, να με βρεις κάπου εκεί που τελειώνουνε οι αγορές, κάπου εκεί που τελειώνουνε οι αγορές όλου του κόσμου.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ