Δημοφιλείς αναρτήσεις

Τρίτη 24 Οκτωβρίου 2017

Ο αιώνιος ταχυδρόμος


(Ο αιώνιος ταχυδρόμος)
Στα πράγματα πάντα υπάρχει πάνω στους μια πλευρά που είναι μαύρη• είν' η πραγματικότητα, η απεικόνιση αυτής, τα μυστικά που την ακολουθούν• θέλει κανείς να έχει μάτια διαφορετικά για να καταλαβαίνει. Εγώ καταλαβαίνω• ξανά  απ' την αρχή στην εθνική οδό παρέα μ' οδηγούς βυτιοφόρων κι άλλων οι οποίοι οδηγούν νταλίκες φορτωμένες σιτηρά, ελπίδες, έρωτες και καρτ ποστάλ μεσοπολέμου. Προσθέτων κι αφαιρώ, τα μάτια μου ο ήλιος τα θαμπώνει, όλο και κάτι σκέφτομαι και μ' ενοχλεί, στρώνουνε στα χωράφια τα πουλιά για ν βρουν λίγους σπόρους. Ο ήλιος είν' ψηλά, ξοδεύεται, οι πιο πολλές απ' τις ακτίνες του πηγαίνουνε χαμένες - ανακατεύω κύκλους με μηδενικά, βλέπω πορτοκαλιές όλο καρπούς• μακριά, η θάλασσα ψάχνει να βρει τον κόσμο μας κι αν γίνεται να τον αλλάξει.
Υπεύθυνος εγώ για όσα δεν καταλαβαίνω• κι η θάλασσα υπεύθυνη γιατί παλιά, πολύ παλιά, δεν έκρυψε καλά τον Νέο Κόσμο: Ένας ακόμα σάκος με ποιήματα γεμίζει και γεφυρώνονται ακόμα λίγα μέτρα ιστορίας• τώρα πια δεν φαντάζομαι, δεν κυνηγώ τη μοίρα μου και δεν λυπάμαι: Το ότι δεν λυπάμαι είναι μοναξιά; Το ότι δεν λυπάμαι είναι εγκατάλειψή; - Η βία όταν την ξεχνάς, ορμά από ψηλά, σε βρίσκει, σε σκοτώνει: Ορμά η βία, έχεις σπασμένο το καλάμι σου, μη περιμένεις και πολλά απ' τους πολλούς που είναι ο περίγυρός σου. Πάντως, από το καθαρτήριο δεν θα περάσουμε ούτε εσύ, ούτε κι εγώ: Χάσματα γενεών δημιουργούνται εύκολα όπως και αρκετές παρεξηγήσεις.
Αν είναι κάτι η ζωή, είν' χρόνος, είναι αποστάσεις, είν' μυστικά, είναι Θεός, είναι ένα κορίτσι, είν' γρια, είναι γυναίκα: Στάση σ' ένα παραθαλάσσιο χωριό, φθινόπωρο στη ωριμότητά του: νερό, πέτρες και χώμα, ουρανός, περιγραφές, θυσίες κριαριών, ποντικοφάρμακα στους ελαιώνες. Εκεί, τώρα! Κοίτα να δεις που άρχισα ν' αναζητώ λιγάκι βράδυ. Απίστευτο! Απίστευτο σαν sex  μ' αθάνατη νυμφομανή, απίστευτο γιατί δεν περισσεύουνε επόμενες εικόνες. Αρκούμαι λοιπόν σε τρεις:
Εικόνα πρώτη: Ένα από τα τελευταία χελιδόνια να πετά κόντρα στον μανιασμένο άνεμο• να πετά, ο άνεμος να το ξεπουπουλιάζει• να πετά και να νικά, να τερματίζει πληγωμένο τον αγώνα. Εικόνα δεύτερη: Νύχτα ο Νέρωνας να τραγουδά πάνω στα τείχη κι η Ρώμη να 'χει γίνει παρανάλωμα• στην άλλη τη μεριά από τα τείχη ένας άλλος ποιητής να τραγουδά κι εκείνος, να τραγουδά για μία γέννηση διαφορετική: ο θάνατος γεννά κι αυτός - λίγοι είν' όσοι το γνωρίζουν. Εικόνα τρίτη: Ο Κάρολος Μαρξ σ' ένα συνέδριο αριστερών να δέρνει αντιφατικούς, να δέρνει ψεύτες, να τιμωρεί ηλίθιους μικροαστούς που είναι έτοιμοι, για να προωθηθούν, ν' αρχίζουν να πυροβολούν τους γονείς, τους φίλους τους και τις ιδέες τις οποίες διατείνονται ότι πιστεύουν.
Κι απ' το παραθαλάσσιο χωριό ξανά στην εθνική οδό• δίπλα, στους παραδρόμους τα τρακτέρ ψάχνουν να βρουν χωράφια - τώρα τα μπλόκα είναι άυλα, τώρα το δίκιο προορίζεται για κάποιους: Τα κόλλυβα είν' έτοιμα και τα καζάνια καθαρά, η καταιγίδα μάς κορόιδεψε, το τέλειωσε το τέμπλο που ζωγράφιζε ο νεαρός αγιογράφος. Από την φράχτη ενός κήπου έκοψα ένα μεγάλο φύλλο κληματίσδας, ένα μεγάλο φύλλο κόκκινο, υγρό, έτοιμο να μετατραπεί σε χώμα, Τι έκοψα το έβαλα στο πορτοφόλι μου, άρχισα να δημιουργώ μία αντίστροφη περιουσία: φύλλα αντί για χρήματα, αντί για φήμη δάκρυα, αντί για λάμπες καντηλάκια.
Μπροστά μου πέντε λόφοι, τ' αμπέλια τους κιτρίνισαν, απρόσμενή μου συνοδός μια μουσική,απαριθμώ κάποιες από τις στάσεις που 'κανα: Αθήνα, Βασιλεύουσα, Σμύρνη και Καρχηδόνα. Ψάχνω να βρω ένα κουτί ΕΛΤΑ , έχω τους δέκα φακέλους με τις επιστολές μαζί μου, πρέπει να τους ταχυδρομήσω : οι παραλήπτες άγνωστοι, οι παραλήπτες όλοι. Όλοι, όπως οι πιο πολλοί. Όλοι, όπως οι λίγοι: Το αυτοκίνητο που οδηγώ δεν ξέρει από Κυριακές, από γιορτές και σχόλες.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ







Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2017

(Πρώτη επιστολή)


ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ: ΑΟΡΑΤΕΣ ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ
(Πρώτη επιστολή)
Στροφή προς τα Χριστούγεννα• ακόμα μια στροφή πάνω στο κομπολόι που μετρά τον χρόνο χάντρα - χάντρα. Η φθινοπωρινή μελαγχολία λούστηκε, χτενίστηκε και πια κυκλοφορεί παντού, τρομάζοντάς μας ή, υποσχόμενη επόμενες στροφές, πάνω σε μία άλλη γη, κάτω απ' έναν άλλο ουρανό, πιο σκούρο, πιο αθώο, πιο οικουμενικά ερωτικό, πιο καθαρό από σκουπίδια, σκουπίδια απ' αυτά που τα ξεχνάνε οι επιλογές όταν αποχωρούν έχοντας αποτύχει.
   Ήδη οι γάτες δείχνουν πιο ανήσυχες, νιαουρίζουν πιο δυνατά, σκάβουν στους κήπους με τα νύχια τους για να βρουν θησαυρούς στο χώμα που αχνίζει. 《Ο χρόνος θα κυλήσει》 μου φωνάζουν από μακριά τρεις  μαυροφορεμένες• εννέα απαντήσεις έρχονται στο μυαλό μου άξαφνα - καμία δεν μου κάνει: Ο χρόνος θα κυλήσει, ίσως ν' αναστηθούν και οι νεκροί (για να ξαναπεθάνουν), ίσως τα περιστέρια κάποτε μάς ξεχάσουν και, παρελαύνουν πάλι οι ιππότες στις πλατείες τις Παρασκευές και κάνουμ' έρωτα με φώτα αναμμένα όπως τότε, γιορτάζοντας πιο σύντομα - πιο περιεκτικά, δουλεύοντας τα κείμενα απ' την ανάποδη, πουλώντας τα λαχεία μας εμείς στους θλιβερούς λαχειοπώλες.
   Ο χρόνος, ο χρόνος μας, καινούριες μέρες, καινούριοι στίχοι, μοντέλα νέα στ' αυτοκίνητα, ζωή που μόνο τρέχει. Ζωή που μόνο τρέχει κι αυτές τις μέρες είν' αυτό πιο εμφανές: μετακινούνται πιο ξεκάθαρα τα σύννεφα, το Λαϊκό “κληρώνει” πιο πολλές φορές το μήνα, τρίβονται τα πουκάμισα πιο γρήγορα, το λίγο δείχνει ισχυρότερο απ' το πολύ και πλέον απεργούν και οι ανθρωποφύλακες - ο κόσμος μας, αγγίζει τα τελειώματά του ξεφαντώνοντας, γελώντας δυνατά, πίνοντας μπράντι απ' το πιο δυνατό, εκσπερματώνοντας επάνω στα βυζιά από ωραίες γκόμενες από αυτές που μένουν σε κουκλόσπιτα παραμυθιών μαζί με ξωτικά, μαστίγια και νυχτερίδες.
   Δεν κοροϊδεύω, ζω αυτές τις ημέρες μέσα σε γεγονότα σκοτεινά, κατανοώ τον σαδισμό της ομορφιάς κι ας ομοιάζει με παιχνίδι. Δεν κοροϊδεύω - να είσαι σίγουρη γι' αυτό: Φοράμε τα προκλητικά μας προσωπεία, λύνουμε τα δερμάτινα λουριά από τα χέρια μας, φοράμε αλυσίδες, φοράμε πανοπλίες, ζώνες αγνότητας, πέπλα σιωπής, σταγόνες από φως ως ακριβά αρώματα και, ύστερα ριχνόμαστε με τα μούτρα στα φημισμένα όργια του καταναλωτισμού: σπέρματα, κολπικά υγρά, σάρκες, ναρκωτικά, ποτά, τηλεοράσεις και κομπιούτερ διαρκώς ανακυκλώνονται, κινούν τις μηχανές, κινούν μεγάλα θαύματα - ο καπιταλισμός επικρατεί παντού, ο καπιταλισμός είναι οι άταφοι νεκροί, είναι κι οι άλλοι, των κοιμητηρίων.
   Κι όμως, είμαστ' ακόμα στα οργώματα, δεν έχουνε ακόμα φαγωθεί των μολυβιών οι μύτες, οι αγελάδες μάς κοιτούν, τα χελιδόνια έφυγαν, πεθαίνουνε οι μύγες. Πού είν' οι σπόροι; Μα πλησιάζουνε οι μέρες της σποράς: Σπορά και από πάνω της δυο - δυο τα προφυλακτικά● μην τύχει και επεκταθεί πάνω στη γη των ποιητών το είδος. Σπορά με το μέτρο - το λοιπόν. Κι άφθονες κρατικές επιδοτήσεις για να μεγαλώσει το κοινό, για να μεγαλώσει το κενό - να μεγαλώσει το κενό στους εγκεφάλους.
   Κι άφθονες κρατικές επιδοτήσεις: Βλέπω να αναπαύεται το θάρρος, να κάθεται σε πολυθρόνα κίτρινη, ν' απολαμβάνει blowjobs από χιλιάδες πόρνες. Βλέπω του τραγουδιού το άσπρο περιστέρι  να πετά προς τον ορίζοντα, ν' αναζητά καινούριες πολιτείες. Βλέπω το όλο ειρωνεία βλέμμα του Θεού να θέλγεται απ' τα λεφτά που κατεβαίνουν απ' το Μόσκοβο κι απ' τα λεφτά που πέταξε στον ουρανό ο εικοστός αιώνας. Βλέπω τα τελευταία μέτρα που διανύουν οι φυλακισμένοι προς το φως. Ακούω προσευχές βενεδικτίνων μοναχών, ακούω ήχους από φρένα φορτηγών, ακούω προφητείες:
   Θα ρθει η μέρα που θα τολμήσω και εγώ να τις προφέρω, να σου της πω, να τις απαριθμήσω  σε λευκές σελίδες τετραδίου σχολικού και να σου της χαρίσω.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ



Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2017

Γύρω από ένα ξωκκλήσι


“Γύρω από ένα ξωκκλήσι”
Είναι πολλές οι τύψεις στη ζωή για να προλάβεις να τις ψάξεις
Πολλές όπως πολλοί είν' και οι μολυβένιοι στρατιώτες
Των ταγμάτων αντοχής, των οίκων ανοχής -
Όμως ονειρευόσουν μια γυναίκα κάποτε
Ένα κορίτσι που δεν παραστράτησε:
Το βλέπεις σαν εικόνα Παναγιάς
Παρατημένη σε ανώνυμο ξωκκλήσι.

Γύρω απ' το ξωκκλήσι δέντρα και πηγές -
Από ρυάκια φεύγει το νερό
Και σε τεράστια χαντάκια καταλήγει.
Πιο πέρα ένα κάστρο με φαντάσματα
Σαν γύπας που πετά πολύ ψηλά
Άδειο από θυμό, κενό από μεγάλα γεγονότα -
Και παρεκεί ως θάλασσα ο κάμπος:

Ο κάμπος του καλοκαιριού, ο κάμπος του φθινόπωρου
Κίτρινα ρούχα και ζεστός καφές -
Ο κόσμος φεύγει από 'δω, ο κόσμος έρχεται
Τώρα η Παναγιά προσφέρει φρούτα στο κοινό
Σταφύλια ώριμα, μήλα μικρά, φθηνά κορόμηλα
Και μια πυκνή βροχή
Έρχεται και σκεπάζει μνήμες.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ






Πέμπτη 12 Οκτωβρίου 2017

Οι αποστάσεις παραμένουν


(ΟΙ αποστάσεις παραμένουν)
Ψίθυροι που τη μεταφορά τους την ανέλαβε ο άνεμος
Πρώτη θρησκεία η αγάπη
Φαντάσματα, κληρονομιές, κλειδιά
Άθλιες μέρες, φθινοπωρινές
Και τα ρολόγια μας δεν έχουν κουρδιστήρια.

Κι όμως, 
Ζούμε σε ένα κόσμο που απαγορεύει κάθε λάθος
Κάθε χροιά διαφορετική
Κάθε χαρτί  που διαφέρει -
Ένα μεγάλο χέρι θεραπεύει της πλατείας τα πουλιά
Ένα αφτί ακούει το τι λεν οι τσέπες πίνοντας καφέ
Όταν είν' αδειανές από κατόχους.

Πώς; Τι; Γιατί;
Όσοι είναι προσεκτικοί το έχουν καταλάβει:
Φοράνε γάντια πλαστικά
Τρέφονται με γρασίδι
Και δεν γιορτάζουνε ποτέ
Την Καθαρή Δευτέρα.

Πώς; Τι; Γιατί;
Φέτος διακοπές σε δάση σκοτεινά -
Οι εργασίες συνεχίζονται
Οι αποστάσεις παραμένουν.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ


Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2017

(Από το μυθιστόρημα αόρατες συνομιλίες) (Επιστολή αρ 31)

(Από το μυθιστόρημα αόρατες συνομιλίες)
(Επιστολή αρ 31)
Ο άνεμος πρωί - πρωί σκόρπισε μες στον κόσμο μας τα πρώτα από τα κιτρινισμένα φύλλα. Πρωί - πρωί αρχίσαμε να τρέχουμε ξανά στους δρόμους που μας ξέρουν και τους ξέρουμε πολύ καλά• υπήρξαν άλλωστε τα παιδικά μας χρόνια αχθοφόροι. Η εποχή αλλάζει αποπέμποντας συνήθειες, σε λίγες μέρες θα γνωρίσουμε και πάλι την ομίχλη, σε λίγες μέρες θα ντυθούμε πιο βαριά, θα περιμένουμε, θα συνεχίσουμε να περιμένουμε, θα συνηθίσουμε να περιμένουμε. Άλλωστε, τι είναι η ζωή; - Είναι μία συνήθεια, μία συνήθεια που κρίνεται και κρίνει.
   Άρχισε να φυσά από βραδύς. Κάποια μικρά παιδιά είδανε όνειρα διαφορετικά αυτό το βράδυ. Κάποια φοβήθηκαν, κάποια ανακαλύψαν νέους τρόπους μέτρησης του χρόνου, κάποια μάθανε να ξεχνούν, κάποια βαρέθηκαν και ξύπνησαν για να ψάξουνε να βρουν αλλού αστέρι;. Όσο για μένα; - Η διαρκής ανάσταση της φύσεως, μ' έκανε να μοιράζομαι, να βλέπω τα θεριά και να τους μοιάζω, να βλέπω την ανεμελιά των κοριτσιών και να ξεχνιέμαι, ν' ακούω ψαλμωδίες και να σκέφτομαι, ν' ακούω λόγους ηγετών και να σιχαίνομαι, ν' ακούω λόγια ποιητών και να αυτοκτονώ, καταλαβαίνοντας, ότι αυτός ο κόσμος δεν αλλάζει.
   Αυτός ο κόσμος δεν αλλάζει - αλλάζουνε οι εποχές και το φθινόπωρο αυτό εδώ, δημιουργεί την ιστορία του, την ίδια ιστορία με τα προηγούμενα φθινόπωρα, τη διαφορετική την ιστορία του σε ότι αφορά τα γεγονότα• σενάρια για υλοποίηση υπάρχουν πάντα στο συρτάρι.
   Κρυώνω, δεν σου το κρύβω, τη βασιλεία αποφάσισα να τη μισώ απ' τη στιγμή που ανακάλυψα τον εαυτό μου. Τη βασιλεία, την όποια βασιλεία, την επικράτηση όποιου ενός πέρα από τον χρόνο που του πρέπει: Τον χρόνο του, τον λίγο ή τον αρκετό - όχι τον χρόνο τον πολύ: Όταν εξουσιάζεται ο χρόνος απ' τον ένα, ψάξε για τα καζάνια, ψάξε και για τα ψέματα, ψάξε για τους αρχιερείς που συντροφεύουν την καθεστημένη εξουσία.
   Είπες: “φεύγω”. Αυτόν τον κυνισμό σου τον θαυμάζω, τη δύναμη που 'χεις να κάνεις με επιτυχία ότι δεν θυμάσαι: Να κάνεις ότι δεν θυμάσει και να φεύγεις, να φεύγεις, να εξαφανίζεσαι σαν τούτα 'δω τα φύλλα που πετούν ψηλά στον ουρανό και που αναζητούν χώμα κατάλληλο για να τ' απορροφήσει, να γίνουν χώμα και αυτά• το χώμα είναι έν' απέραντο νεκροταφείο για υπάρξεις, για οντότητες και όχι για ιδέες• οι ιδέες απαιτούν χώμα διαφορετικό, χώμα που οι σοφοί το λένε λήθη.
   Λήθη... Κι ύστερα πάλι πίσω. Πίσω, στο σπίτι, στη ζεστασιά της προστυχιάς ή και της ιδιοκτησίας: Ο πόλεμος τελειώνει, ο πόλεμος τελείωσε, έχουν γραφτεί οι πρώτες σημειώσεις, είναι μικρά τα απογεύματα, έχουνε απομείνει λίγα μόνο πανηγύρια: Το ξέρω ότι δεν υπάρχουν δάκρυα στα μάτια σου, πως εντυπωσιάζεσαι αλλά δεν αγαπάς, ότι είσαι σκληρή - και ας χαμογελάς τόσο ωραία.
   Λήθη... Κι εγώ σου έλεγα πώς είναι να πετάς• τώρα συνομιλώ με τον Θεό, με του πολέμου όσες νάρκες γλίτωσαν τη συντριβή, μ' ανθρώπους που μετάνιωσαν για κάτι στη ζωή τους. Συνομιλώ, έχω τη δύναμη, θέλω να μάθω το πώς γίνεται να προλαβαίνω, θέλω να μάθω, δεν μου αρκούν οι πόνοι των εμπειριών, τα μελετώ τα Ψυχοσάββατα, δεν κρύβομ' απ' τους φόβους που 'χουνε μέσα τους τα δειλινά, ακούω τις καμπάνες και μ' αρέσει.
   Ακούω τις καμπάνες, ίσως αρέσκεσαι και συ να τις ακούς, όπως παλιά, όπως φορώντας το παλιό σου πρόσωπο• δεν ξέρω τώρα πια αν προλαβαίνεις. Εγώ, τουλάχιστον, πρόλαβα κάτι, δημιούργησα κάτι, κάτι δικό μου, την ευτυχία μου, τη δυστυχία μου, την ελλειμματική πραγματικότητά μου• και ποια πραγματικότητα δεν είναι ελλειμματική; - Ελλειμματική πραγματικότητα, ελλειμματικός κόσμος, όταν επιτέλους βρέξει, όλοι θα καταλάβουμε πολύ καλά τον νόημα που έχουνε οι στέγες: το νόημα, την αξία, τα λεφτά - το ξέρω ότι τελευταία έχω γίνει λιγάκι κυνικός κι εγώ μα, τι να κάνουμε; - Είπαμε: Μαθαίνω... Μαθαίνω ότι ήρωες δεν είναι μόνο όσοι φαίνεται πως είναι, μαθαίνω ότι κάποτε οι θυσίες είν' ανώνυμες, ότι μεταπολεμικά οι σάρκες είναι πιο λευκές, πως η ειρήνη καμουφλάρεται, ότι οι τέχνες προχωρούν με ποσοστά, ότι ο ήλιος του χειμώνας είν' πιο ακριβός, ότι οι δρόμοι είν' η κόλαση και ότι μόνο ευκαιριακά βγάζουν εκεί που βρίσκεται  η ιστορία.
   Η ιστορία, η ιστορία μας, η δικιά μας ιστορία, μόνη της, μόνη της σαν το βλέμμα σου, μόνη της σαν κάθε σου επιστροφή, σαν κάθε σου ανάκληση, μόνη της μέσα σε ένα μπλουζ, σ' ένα τραγούδι το οποίο αφορά μόνο τις νέες τις γενιές, που το καταλαβαίνουνε μόνο οι νέες οι γενιές κι όσοι μοναχικοί απόμειναν, ελπίζοντας να μεταμορφωθεί κάποι; στιγμή ο διάβολος σε καραμέλα: Να μεταμορφωθεί ο διάβολος δε καραμέλα, να είναι πιο γλυκές οι ατιμίες του, να είναι τα χτυπήματά του πιο γλυκά όταν αποφασίζει ότι πρέπει να αλλάξουν οι ζωές μας. Γιατί, ο διάβολος αλλάζει τις ζωές μας - και τις αλλάζει καταστρέφοντας, χαράζοντας, χορεύοντας και τραγουδώντας.
   Μήπως είναι και οι εποχές ένα ακόμα έργο του διαβόλου; - Γνωρίζοντάς τον πια, σου απαντώ πως ναι, είν' έργα του οι εποχές και έργα των ανθρώπων είν' εκείνα που τις αξιοποιούν• το πρόβλημα είναι το ότι δεν τις αξιοποιούνε πάντα δημιουργικά, δεν σκάβουν, δεν φυτεύουν, δεν ποτίζουν, δεν συλλέγουν όλοι σαν τους γεωργούς• είν' αρκετοί που λειτουργούνε άναρχα εντός τους. Κι έτσι δημιουργείται το κακό, οι λύκοι των παραμυθιών, οι αυτοκτόνοι εραστές, η τραγωδία: Η τραγωδία η οποία ταυτοχρόνως περιέχει μέσα της και το καλό και το κακό - με την ουσία πια να βρίσκεται στις δώσεις.
   Ναι, ο άνεμος σκόρπισε όλα αυτά τα φύλλα, ο άνεμος ο οποίος έχει απελευθερωθεί απ' τα δεσμά του λόγω της βαρεμάρας του Θεού αλλά, και λόγω της ταχύτητας που εκτελεί αποστολές ο διάβολος κυρίως το χειμώνα: Γιατί, κατά τις αλλαγές ο θάνατος πρέπει να είναι πιο βαρύς, πιο εμφανής και πιο τρομακτικός• για να ακολουθήσει τις στιγμές του η μελαγχολία του κενού και ύστερα μία ακόμα πρώτη μέρα της δημιουργίας.
   Ναι, ο άνεμος σκόρπισε όλα αυτά τα φύλλα - τώρα πρέπει ν' αρχίσουμε το μάζεμα, το μάζεμα αυτών που δεν συνάντησαν το χώμα• το μάζεμα τους απ' την άσφαλτο, απ' τα τσιμέντα, απ' τα πλακάκια των αυλόγυρων, από τα μάρμαρα στα μνήματα, από τα συντριβάνια. Και ύστερ' από το μάζεμα πρέπει να μάθουμε ν' αντέχουμε τη μοναξιά κάτω από ορθάνοιχτες ομπρέλες, ν' αντέχουμε τη μοναξιά μετρώντας τες• ξέροντας πόσες είναι, ξέρουμε πόσοι είμαστε, τι έχει απομείνει απ' το χθες, απ' του καλοκαιριού τους έρωτες, από παράξενες ματιές που ανταλλάχτηκαν, από τα θαύματα των οποίων πέρασε η ημερομηνία λήξης.
   Μετά θ' αλλάξουνε οι ρόλοι μας για άλλη μια φορά, θα με κοιτάζεις άλλη μια φορά, χαμογελώντας πονηρά, σεινάμενη και λυγάμενη, δήθεν έκπληκτη, δήθεν χαζή, δήθεν αστεία. Θα έχει πλάκα, όπως έχουνε πλάκα πάντοτε οι επαναπροσεγγίσεις - αμηχανία, πονηριά, θράσος, αφέλεια και δυσπιστία, δίνουν τις μάχες τους και για ακόμα μια ο φορά, ο διάβολος κερδίζει. Θ' αλλάξουνε οι ρόλοι μας, πρέπει να μάθω να χτυπώ τα τύμπανα, πρέπει να μάθεις πώς απεικονίζεται η ποίηση όταν ο χρόνος λιγοστεύει.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ

Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 2017

Φυσά αινίγματα

(Φυσά αινίγματα)
Τη νύχτα που 'γινε γυναίκα το κορίτσι
Τη νύχτα που στο βάθος τ' ουρανού
Φάνηκε έν' αστέρι πιο μικρό απ' τα παλιά
Και ένα μισοφέγγαρο 
Από εκείνα που τις ώρες συγχωρούν
Και τα ερωτευμένα τα ζευγάρια συντροφεύουν.

Έρωτας μες στην πόλη
Έρωτας μες στο όνειρο
Έρωτας μες στο αύριο:
Στο όνειρο και στ' αύριο
Στου κήπου της Γεσθημανής
Την πιο κρυφή γωνία.

Ή όπως χάνεται η παρθενιά της ανθρωπότητας•
Κάθε φορά, με όποιο τίμημα
Δίχως προπορευόμενα συνθήματα
Και δίχως σκέψη -
Τύψεις μετά τις πράξεις
Τύψεις μετά τις παραλείψεις
Παραλείψεις κι έπειτα περιλήψεις:
Φυσά αινίγματα ο παντοκράτωρ χρόνος.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ